Planar Geographic
Όσα θέλατε να μάθετε για το Planescape και ο Factol σας δεν ήθελε να ξέρετε!

Dec
30

…κάτι όμως δεν φαίνεται να πηγαίνει καλά… Απ’ έξω ακούγεται θόρυβος. Οι ταξιδιώτες ελέγχουν μέσα από μια χαραμάδα της πόρτας. Όπως φοβόντουσαν, τα παράξενα γκόλεμ είχαν αρχίσει να μαζεύονται σε σχηματισμό γύρω από τον τάφο. Και δεν έφτανε αυτό, μια μαύρη φιγούρα πίσω από τις γραμμές τους στέκει περιμένοντας, με ένα μεγαλύτερο, διαφορετικό γκόλεμ για σωματοφύλακα. Μάλλον η σκοτεινή φιγούρα που κρύβεται πίσω από όλα αυτά.
Τώρα όμως τι μένει να κάνουν; Ο αριθμός τους είναι πολύ μεγάλος, εικοσιπέντε; Σίγουρα δεν μπορούν να τους αντιμετωπίσουν. Στο κτήριο δεν υπάρχει καμία άλλη έξοδος.

“ΒΓΕΙΤΕ ΕΞΩ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ!”

… κάτι ανάμεσα σε έναν βρυχηθμό αιλουροειδούς και μια άγρια γυναικεία φωνή.
Και τώρα τι; Πως θα γλιτώσουν από την ενέδρα; Δεν φαίνεται να υπάρχει λύση. Κι αν μείνουν μέσα απλώς θα πεθάνουν από την πείνα και τη δίψα, ενώ τα ανεξάντλητα γκόλεμ απλώς θα περιμένουν. Ίσως ο διάλογος να προσφέρει μια διέξοδο.“Λέγομαι Νάσραϊ, αν αυτό είναι που θέλετε να ξέρετε…. δεν υπάρχει λόγος να ανοίξω συζήτηση μαζί σας, δεν μιλάω με πτώματα….”Ο Πύριους βγαίνει έξω από την πόρτα επιχειρώντας να μιλήσει, να καταλάβει τους λόγους. Η γυναίκα όμως ήδη ετοιμάζει το ξόρκι της επίθεσής της κι ο Σιράναϊ τον τραβά πίσω.“Θα βγείτε έξω;;”Μήπως δεν θέλει να ξοδέψει τους πολεμιστές της;

“Θα φτιάξω άλλους από τα πτώματά σας!”

Ακούγονται βαριά χτυπήματα στην πόρτα. Ο Έχιον την κρατά γερά στη θέση της, μαζί με τον Σιράναϊ. Από μακριά φτάνει ο θόρυβος μαγικών επικλήσεων και με έναν κρότο η πόρτα τινάζεται προς τα πίσω και ξεκολλά από την κάσα. Οι ταξιδιώτες ανάβουν λάδια στην είσοδο και παίρνουν θέσεις καθώς ένα γκόλεμ μπαίνει μέσα. Ένα μόνο του όμως είναι εύκολος στόχος και το σπαθί του Σιράναϊ το κόβει στα δύο. Μετά σιωπή. Και δικαίως. Ποιος ο λόγος να τους πολεμήσει, όταν μπορεί απλώς να περιμένει να πεθάνουν;

Δεν υπάρχει διέξοδος. Ο Τζόρεκ το αποφασίζει. Με μια επιδέξια και ξαφνική κίνηση, τρέχει και ξεγλιστρά ανάμεσα από τα γκόλεμ. Και τότε συμβαίνει το αναπάντεχο…

Ένα μούδιασμα τον καλύπτει σε όλο του το σώμα και γαλάζια τριχίδια μιας λάμψης που μοιάζει ηλεκτρική ξεκινούν από τα άκρα του και συγκεντρώνονται στο στομάχι του. Σαν από μια έκρηξη, μια κολώνα γαλάζιου φωτός ξεπηδά από το στομάχι…

Ταυτόχρονα, μικρά γαλάζια τριχίδια φωτός φαίνεται να εμφανίζονται στο πουθενά… γύρω από μια μορφή που ως τότε ήταν αόρατη, αλλά τώρα η μαγική του αυτή ιδιότητα φαινόταν να αποτυγχάνει, με αποτέλεσμα η άγνωστη μορφή να τρεμοπαίζει ανάμεσα στην ύπαρξη και την ανυπαρξία. Είναι ένας κοντός και μικρόσωμος δαίμονας, ένα χαλκόχρωμο ιμπ, που έχει γουρλώσει τα μάτια από την έκπληξη. Από το λαιμό του φαίνεται να κρέμεται μια αλυσίδα και στην άκρη της βρίσκεται ένα μεγάλο στρογγυλό, ιριδίζον πετράδι που μοιάζει να έχει κολλήσει επάνω του και να έχει χωθεί κατά το ήμισι μέσα στο στήθος του. Μία ίδια κολώνα γαλάζιου φωτός ξεπετάγεται και συναντιέται με αυτή το Τζόρεκ. Τα δύο, τρία γκόλεμ που βρίσκονται στο δρόμο της διαλύονται και καταρρέουν. Η κολώνα φωτός διαλύεται στο σημείο ένωσης και για δυο τρία δευτερόλεπτα επικρατεί σιωπή από όλες τις πλευρές…

… Μια λάμψη που μοιάζει με ηλεκτρική εκκένωση ξεσπά στο σημείο ένωσης, μετά μια ακόμα παραπέρα, άλλη μία κι άλλη μία πάνω στο κοντινότερο γκόλεμ…. οι εκκενώσεις ξεσπούν η μία μετά την άλλη πάνω σε ότι βρούν μπροστά τους, ακολουθώντας το σχέδιο μίας σπείρας, τα κοντινότερα γκόλεμ στο κέντρο καταρρέουν χωρίς να ξανασηκωθούν, κάποια άλλα αντέχουν…. από ότι φαίνεται η δύναμη που απελευθερώνει η εκκένωση εξασθενεί όσο απομακρύνεται από το νοητό σπειροειδές κέντρο… η σπείρα όμως πλησιάζει κυκλικά και στους ταξιδιώτες και οι τοίχοι δεν φαίνονται να τη σταματούν. Ο Έχιον σφίγγει το στομάχι του και ετοιμάζεται να τη δεχτεί, οι υπόλοιποι αρχίζουν να τρέχουν προς το βάθος….

Κάποιοι καταφέρνουν να συνέλθουν γρήγορα από το μούδιασμα και να σηκωθούν. Με μια ματιά έξω βλέπουν πως οι μισές δυνάμεις της Νάσραϊ – με την ίδια μαζί – έχουν φύγει, ενώ οι άλλες μισές βρίσκονται στο έδαφος και αχνίζουν. Έχει αρχίσει να ξημερώνει, κι εκεί στην απόσταση, κάτι που δεν φαινόταν το βράδυ, ένα κάστρο από μαύρη πέτρα. Αποτελείται από τρεις ενωμένους πύργους, εκ των οποίων ο ένας φαίνεται να έχει καταρρεύσει κι ένας σωρός από χαλάσματα έχει μέινει πλέον στη θέση του. Ώστε αυτό είναι το πέτρινο, τρικέφαλο κτήνος που έλεγε η Νελ; Σιγά σιγά όλοι σηκώνονται… σε λίγο φαίνεται να πλησιάζει και ο Τζόρεκ. Που είχε πάει και τι ήταν αυτό που συνέβει; Δεν φαίνεται να έχει κανείς απαντήσεις προς το παρόν. Το μόνο που μένει είναι να ξεκουραστούν, να ανασυγκροτηθούν και να κατευθυνθούν προς το “πέτρινο κτήνος”, όταν πια θα έχει και πάλι βραδιάσει.

Η νύχτα μοιάζει σκοτεινότερη μπροστά από ένα μαύρο κτήριο. Κάθε πύργος μοιάζει να είναι πέντε ή έξι ορόφους ψηλός. Και οι τρεις είναι – ή έστω ήταν – κυκλικοί, ενωμένοι στη βάση, αλλά ανεξάρτητοι στα ανώτερα επίπεδα, με γέφυρες να ενώνουν τα τρία κτήρια. Τώρα που ο δεξιότερος πύργος είχε καταρρεύσει, κάποιες γέφυρες έχασκαν στο κενό και ένας τεράστιος σωρός από χαλάσματα είχε χυθεί πάνω στο μεσαίο πύργο. Μια προσεκτική αναζήτηση γύρω από το συγκρότημα αποκαλύπτει ότι δεν υπάρχει παρά μόνο μία κεντρική είσοδος, που βρίσκεται στο μεσαίο πύργο.

… κι έτσι βρίσκονται και οι επτά μπροστά από το ανοιχτό στόμα του κτήνους – τη μεγάλη πόρτα της εισόδου που οδηγεί σε έναν φαρδύ και μακρύ σκοτεινό διάδρομο – προσπαθώντας να διακρίνουν τα σπλάχνα του μέσα από το βαθύ λαρύγγι του…

Advertisements
Dec
25

Πως θα μπορούσε αλλιώς να χαρακτηριστεί αν όχι ως εντελώς αποστειρωμένο τοπίο; Το χώμα ήταν επίπεδο και χωρίς καμία βλάστηση. Μόνο γυμνοί κορμοί ξεπρόβαλαν, σχηματίζοντας ένα ξερό δάσος. Πίσω τους, οι πρόποδες των βουνών που είχαν πάντα μπροστά τους για οροθέσιο. Τελικά πράγματι πέρασαν από την άλλη μεριά των βουνών.

Επί δύο ημέρες ταξίδευαν παράλληλα με τους πρόποδες των απότομων βράχων, ελπίζοντας να βρουν ίσως κάποιο άνοιγμα για κάποια σπηλιά, αλλά τίποτε. Τα βουνά φαίνεται πως ήταν το τέλειο χώρισμα από τον υπόλοιπο κόσμο. Μάλλον μόνο αν χώνονταν μέσα στο δάσος ίσως έβρισκαν κάτι περισσότερο. Εκεί τα άφυλλα δέντρα έμοιαζαν να ανθίζουν με ασημιά ανθάκια, σαν μεταλλικές αμυγδαλιές.

…κι εκεί ανάμεσα στα δέντρα, μια μεταλλική γυαλάδα που δεν ανήκει σε αυτή των δέντρων. Οι ταξιδιώτες πέφτουν στο χώμα και παρακολουθούν τις κινήσεις. Δυστυχώς, μέσα σε ένα τέτοιο δάσος δεν υπάρχει τίποτα να σε κρύψει, παρά μόνο η απόσταση. Τα πλάσματα όμως πλησιάζουν και σύντομα τα βλέπουν, ανθρωπόμορφα, σιδερένια, σε τέλειο σχηματισμό. Κάποια από αυτά φαίνεται πως έχουν χάλκινα, κυλινδρικά χέρια, και μέσα τους σιγοκαίνε φωτιές. Ώστε αυτά είναι που “φτύνουν φωτιές” όπως έλεγαν στο χωριό. Κάποια άλλα είναι λεπτά και πολύποδα, σαν μεγάλες αράχνες… Και τότε ένα από αυτά τα τελευταία μοιάζει να γυρνά προς το μέρος τους και να τους βλέπει… Είχαν φανεί.

Τα παράξενα γκόλεμ αρχίζουν να πλησιάζουν και οι ταξιδιώτες σηκώνονται από την ανεπαρκή κάλυψή τους. Ο μισογίγαντας σηκώνεται με την αλυσίδα ανά χείρας κι ετοιμάζεται να τα αντιμετωπίσει, αλλά πολλοί από τους υπόλοιπους απλώς τρέχουν. Ο μάγος, πετώντας ένα ξόρκι που δημιουργεί τεράστιους ιστούς αράχνης, προσπαθεί να τα καθυστερήσει. Η μάχη ξεκινά ήδη με τακτική υποχώρηση …..

Μετά από αρκετή ώρα προχωρώντας στο δάσος και καλύπτοντας ίχνη πέφτει και πάλι το βράδυ. Κάπου στο βάθος, τα ασημένια ανθάκια αραιώνουν κι ένα ξέφωτο ξεπροβάλλει. Μπροστά τους βρίσκεται ένα πέτρινο κτήριο με παράξενο σχήμα, τρεις τριγωνικοί πύργοι παραταγμένοι στη σειρά κι ένας ορθογώνιος χώρος πίσω τους.

tomb-of-anyam.jpg

Οι ταξιδιώτες πλησιάζουν στην είσοδο. Είναι μια σιδερένια πόρτα χωρίς στολίδια, χωρίς κλειδαριά, κάπως βαριά αλλά ανοίγει με ένα σπρώξιμο. Το εσωτερικό είναι θεοσκότεινο και οι ταξιδιώτες ανάβουν τους δαυλούς τους.

Μπαίνοντας στην αίθουσα διακρίνουν τις σιδερένιες γραμμές στο πάτωμα. Αυλάκια περίπου δύο εκατοστά σε βάθος είναι σκαμμένα και γεμισμένα με σίδερο, και σχηματίζουν περίεργα γεωμετρικά σχήματα. Φαίνεται πως καταλήγουν σε μια σιδερένια σφαίρα με μεγάλα καρφιά, περίπου ενάμιση μέτρο σε διάμετρο. Επάνω στη σφαίρα, κείται παλουκωμένη μια μούμια. Ήταν μια γυναίκα καθώς φαίνεται, της οποίας τα ρούχα έχουν γίνει πλέον ένα με το σώμα, τόσο που μοιάζει να ήταν καλυμμένη μόνο από χρώματα. Το δέρμα της είναι ξερό και ζαρωμένο και τα μάτια της άδεια. Πάνω από το στήθος της βρίσκεται ένα μεγάλο μάλλον χρυσό περιδέραιο με διάφορα πολύτιμα πετράδια, που όμως τώρα έχει πλέον λιώσει κι έχει κολλήσει κι αυτό επάνω της. Το πιο μυστήριο όλων είναι πως και τα πετράδια ακόμη, αντί να σπάσουν, έλιωσαν κι αυτά. Καμία φυσική διαδικασία δεν θα μπορούσε να έχει τέτοιο αποτέλεσμα. Στο βάθος ένα άνοιγμα οδηγεί σε άλλο χώρο. Ακριβώς από πάνω μια πέτρινη αναθηματική πλάκα γράφει στην κοινή γλώσσα:

Amidst cogs and gears and teeth of steel

A heart of metal that can’t feel

But counts the pace of countless worlds

Amidst cogs and gears and clockwork brains

It bears the laws of endless planes

That you can’t bend, can’t break with swords

For as long as they turn, the cogs and gears

And they count space, and they count years

The worlds will tick, the planes will breathe

For as long as the cogs and gears go round

Properly placed, properly bound

So will be firm the cosmic weave

 

 

Πίσω από το άνοιγμα αυτό υπάρχει ένα σκοτεινό, ορθογώνιο δωμάτιο. Τα αυλάκια στο πάτωμα φαίνεται πως καταλήγουν στο βάθος του, όπου ένα μεγάλο ορθογώνιο κομμάτι ημιδιάφανο κρύσταλλο κρατά μέσα του μια παγωμένη μορφή: μια γυναίκα με ένα λευκό φόρεμα, μαύρα μαλλιά και κλειστά μάτια. Το χέρι της μοιάζει να έχει ανοιχτεί και κάποιος να της έχει προσθέσει μηχανικούς τέντονες. Μέσα από το φόρεμά της και το λεπτό, κατάχλομο δέρμα της, δύο από τα δεξιά της πλευρά μοιάζουν να είναι μεταλλικά. Ένα σίδερο, η κατάληξη των σχηματισμών στο πάτωμα, περνά μέσα από την κρυστάλλινη φυλακή της και καταλήγει βαθιά στον σβέρκο της. Είναι νεκρή ή απλώς κοιμάται; Ο μοναχός Άσακο εξετάζει τη μορφή με τις γνώσεις που έχει στα τέσσερα στοιχεία και στο Κενό. Είναι προφανές πως τα στοιχεία βρίσκονταν σε μεγάλη ανισορροπία μέσα της… κάτι δεν πήγαινε καλά μαζί της. Μια ασθένεια ίσως; Βλέπει επίσης πως η ύπαρξή της είναι διαχωρισμένη. Αυτό που υπάρχει μπροστά τους, είναι μια οντότητα που έχει σπάσει….

Ένα όνομα έρχεται στο νου της ομάδας. Αυτό που ανέφερε μόνο ο τρελός μέσα στους μονολόγους τους και κανείς άλλος δεν φαίνεται να ήξερε στο χωριό. Ανυαμέρε.

Αριστερά και δεξιά της κεντρικής αίθουσας δυο πόρτες ακόμη οδηγούν στους δυο άλλους τριγωνικούς χώρους.

Στα δεξιά ο χώρος είναι εξ ολοκλήρου στρωμένος από κομμάτια καθρέφτη. Κάποια από αυτά έχουν αμυδρούς χρωματισμούς – κίτρινο, γαλάζιο, ροζ, λαχανί – ενώ στο κέντρο δεσπόζει μια μακρόστενη γυάλα, κλειστή από παντού. Το φως κάνει παράξενους σχηματισμούς σ’ αυτό το χώρο… μέχρι που κρατώντας δυο δαυλούς η ομάδα διακρίνει ανάμεσα σε χιλιάδες ανακλάσεις σε κάθε κομμάτι γυαλί, όλους τους καθρεφτισμούς να σχηματίζουν μια εικόνα από φως στο κέντρο της γυάλας: η γυναίκα του κρυστάλλου, φτιαγμένη από φως.

Το αριστερό δωμάτιο μοιάζει να είναι κενό και απλώς να έχει καλυφθεί από ημιδιάφανο κρύσταλλο, σαν χαλαζίας που σχηματίζει παντού σταλακτίτες και σταλαγμίτες. Η επίδρασή του όμως είναι πολύ περίεργη σε οποιονδήποτε περνά το κατώφλι. Περίεργα οράματα κατακλύζουν τους ταξιδιώτες, εμπειρίες που τις βλέπουν από την οπτική πλευρά της Ανυαμέρε:
Η γυναίκα ξαπλωμένη σε έναν σιδερένιο πάγκο, το χέρι της ανοιγμένο χειρουργικά κι ένας άντρας με άσπρα ρούχα και ψαρά μαλλιά να της κάνει εκεί κάποια επέμβαση.
Η γυναίκα πάνω στον πάγκο, συνδεδεμένη με κάποιες συσκευές στο κεφάλι και σε άλλα μέρη του σώματος… ο ίδιος άνδρας αποσυνδέει κάποια μηχανή…. και μετά σιωπή.
Η γυναίκα μέσα στον κρύσταλλο, τα μεταλλικά αυλάκια στο πάτωμα λάμπουν γαλαζωπά και μια ενέργεια μεταδίδεται προς την κατεύθυνσή της, την κατακλύζει και μοιάζει να της δίνει μια χαμένη ζωτικότητα… ένα κακό προαίσθημα όμως την καταλαμβάνει, κάτι μοιάζει να πηγαίνει στραβά, κάποια ηλεκτρική εκκένωση ακούγεται από το βάθος και τα πάντα σταματούν…
Η γυναίκα σε ένα σαλονάκι, καθισμένη στον καναπέ της. Νοιώθει μια αόρατη, σατανική παρουσία κάπου στο χώρο κι έπειτα ξεκινά ένας δυσάρεστος διάλογος. Η παρουσία την κατηγορεί πως καθυστερεί την πρόοδο του συζύγου της και την προτρέπει να ενδώσει στο θάνατο, καθώς όπως λέει η ασθένειά της είναι προχωρημένη και δεν θα αντέξει για πολύ ακόμη….

Κατά τον Έχιον, τον μισογίγαντα, που όπως ισχυρίζεται έχει κάποιους δεσμούς με αυτά τα είδη δύναμης, το δωμάτιο αυτό είναι μια αποθήκη αναμνήσεων. Όσοι ασχολούνται με ψυχικές δυνάμεις, λέει, συχνά χρησιμοποιούν κρυστάλλους για διάφορους σκοπούς. Επιχειρεί μάλιστα να διοχετεύσει τη λιγοστή δύναμή του στη σιδερένια σφαίρα. Η αντίδραση των μεταλλικών σχεδίων είναι ένας γαλαζωπός φωσφορισμός σε όλα τα αυλάκια, εκτός από αυτό του δεξιού δωματίου. Μάλλον κάτι δεν λειτουργεί σωστά.

Ακολουθεί ένας καταιγισμός ιδεών…. από ότι φαίνεται, κάθε δωμάτιο είναι κι ένα κομμάτι της ύπαρξης της Ανυαμέρε. Λείπει όμως η εικόνα από φώς, η ψυχή της. Μάλλον η γυναίκα είναι πλέον νεκρή… αλλά ποιά ήταν και τι εξυπηρετούσε αυτός ο χώρος;

Dec
20

…. κι έτσι μαζεύτηκε σχεδόν όλο το ανώνυμο χωριό στην πλατεία, για να αποχαιρετίσει ή να χλευάσει τους νεοφερμένους που πίστεψαν πως μπορούν να ξεφύγουν από αυτή τη φυλακή και να δώσει ότι είχε διαθέσιμο – βέλη, καταπραϋντικά, μαγικούς παπύρους…

Στο βάθος υψώνονται τα τεράστια βουνά, η ανεξερεύνητη περιοχή. Η πορεία τους τους οδηγεί μέσα από πυκνό δάσος μόνο για μισή μέρα, ύστερα σε λιβάδια με ψηλά κιτρινισμένα χόρτα. Βρίσκοντας το δρόμο τους με βάση τις οδηγίες που είχαν από το χωριό, κι αντιμετωπίζοντας τα άγρια ζώα της σαβάννας – με κάποιες απώλειες άλλα όχι αρκετές για να τους σταματήσουν – φτάνουν στο μικρό (και μοναδικό) ποτάμι και περνούν την πρώτη νύχτα. Ακολουθώντας το ποτάμι για μία ημέρα, καταλήγουν στους βάλτους, αποφεύγοντας τις πιο επικίνδυνες περιοχές του τέλματος με τη βοήθεια της καθοδήγησης του Κέην και διανυκτερεύοντας ακόμη μια φορά.

Μισής μέρας δρόμος ακόμη και οι ταξιδιώτες βρίσκονται σε έναν απέραντο, χαλκόχρωμο ξερότοπο. Τα μόνα φυτά που πραγματικά οργιάζουν εδώ είναι χοντρές κλιματσίδες με τεράστια αγκάθια που δυσκολεύουν την πορεία και μετά από λίγη ώρα ξεπροβάλλει η περιβόητη πύλη, στη μέση του πουθενά.
Είναι μια αψίδα φτιαγμένη από πολλές κλιματσίδες μαζί που έχουν τυλιχτεί μεταξύ τους και γύρω από ένα αόρατο θύρωμα. Οι ταξιδιώτες συγκεντρώνονται γύρω από το σχηματισμό, τον εξετάζουν και δοκιμάζουν τις ιδέες τους. Τίποτα και κανένα αντικείμενο από αυτά που διαθέτουν δεν μοιάζει να λειτουργεί. Εκτός από ένα πράγμα….

Ο Τζόρεκ ακουμπά τη μύτη του μαχαιριού του στην αψίδα κι ένα γαλάζιο δαχτυλίδι ηλεκτρισμού αγκαλιάζει τη λεπίδα του και σβήνει καθώς το πετά κάτω αιφνιδιασμένος. Παράξενοι αέρηδες φαίνεται να σηκώνονται και να πέφτουν με διαφορετικές εντάσεις από το πουθενά. Κάποιες φορές είναι μάλιστα τόσο δυνατοί, που κάποιοι παρασέρνονται μέσα στις αγκαθωτές κλιματσίδες. Κι όταν δεν φαίνεται πλέον να υπάρχει κάτι άλλο, και κανείς άλλος δεν καταφέρνει να παράγει κάποιο αποτέλεσμα, ο Τζόρεκ κρατά το μαχαίρι του πάνω στην αψίδα, κι όλοι περιμένουν να δουν τι θα συμβεί.

Τα γαλάζια δαχτυλίδια ηλεκτρισμού απλώνονται στο χέρι του Τζόρεκ, μετά σε όλο του το σώμα. Τα ίδια δαχτυλίδια ξεπηδούν από το έδαφος και από τις δύο μεριές της αψίδας και συναντώνται ρυθμικά στην κορυφή, αρχικά αργά, αλλά όλο και πιο γρήγορα. Μέχρι που όλη η αψίδα λάμπει με ένα γαλάζιο φωσφορισμό και η άλλη μεριά καθρευτίζεται μέσα από την πύλη… κάτι που μοιάζει με ένα ξερό δάσος.

Ένας ένας οι ταξιδιώτες περνούν μέσα από την πύλη. Τί ήταν όμως αυτό που τους το επέτρεψε; Ήταν το μαχαίρι του άντρα από τον Αριάνους; Μήπως ο ίδιος ο άντρας; Μήπως κάποιος συνδυασμός αυτών; Ή κάποια συγκυρία που απλώς δεν πέρασε ακόμη από το μυαλό κανενός;
Το σίγουρο είναι ένα. Πως από την άλλη μεριά, η πύλη δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται με τον ίδιο τρόπο. Ο μόνος δρόμος είναι πλέον μπροστά……….

Dec
16

Το χωριό έχει μόνο μια μικρή πλατεία και κανένα όνομα. Δεν υπάρχει ταβέρνα, προφανώς. Ο μοναδικός χώρος αναψυχής είναι ένα στρογγυλό περίπτερο στην άκρη της πλατείας. Κάθε συγκέντρωση των κατοίκων γίνεται εδώ. Έτσι ήταν και τώρα. Πλάσματα από διάφορους κόσμους, με δύο ή τέσσερα πόδια, με κέρατα ή χωρίς, με οπλές ή δάχτυλα. Όλοι κοιτάζουν τους νεοφερμένους με περιέργεια. Όλοι όμως έχουν κάτι περίεργο επάνω τους. Δέρμα που γυαλίζει σαν μεταλλικό, σκουριά κολλημένη στο δέρμα τους, μαλλιά με μολυβένιους ιριδισμούς.


Οι προύχοντες διαλύουν το μικρό πλήθος και συγκεντρώνουν τους νεοφερμένους σε μια μεγάλη καλύβα, μια καλύβα από τις πολλές, που είναι φτιαγμένες πρόχειρα από ξύλο και άχυρο. Τους προσφέρουν νερό που αφήνει μια μεταλλική γεύση στον ουρανίσκο. Ο Γκιθ που παρευρέθη στην περισυλλογή τους στη σιδερένια σπείρα παραμένει σιωπηλός. Αφήνει τους άλλους τρεις προύχοντες να μιλήσουν γι αυτόν.

“Δεν τους βλέπεις; Είναι εντελώς ανίδεοι….” σχολιάζει η Νε’Μπελλούν για κάποιους από τους νεοφερμένους που δεν είχαν ποτέ βγει από τον κόσμο τους.
“Αν είχατε κάποια ιδέα θα είχατε υποψιαστεί ότι βρίσκεστε στον Μέκανους. Γι αυτό και μπορείτε να καταλάβετε κάθε γλώσσα. Αυτό είναι χαρακτηριστικό του Μέκανους. Αλλά όχι, δεν είναι ακριβώς ο Μέκανους πλέον. Είναι ένα γρανάζι που πριν από πολλά χρόνια ξεκόλησε από εκεί και τώρα ένα είναι ενας μικρός και αυτόνομος κόσμος…. Τι εννοείς ‘τι είναι ο Μέκανους’; Ανίδεοι!!”
Η Bariaur είναι πολύ μεγάλη σε ηλικία και η αρχαιότερη του χωριού. Αν και ασπρομάλλα, έχει ζωσμένο ένα σπαθί στη μέση της, που θα πρέπει να έχει πολλά χρόνια να τραβήξει. Το μάτι της δεν φαίνεται να λειτουργεί. Η προφανής αιτία: σκουριά. Είναι τυφλό, ακίνητο και σκουριασμένο. Πώς γίνεται αυτό;

“Θέλετε πρώτα τα κακά νέα ή τα πολύ κακά” ο Μαρούν, το Τίφλινγκ με την εμφάνιση ενός τρελού, γέρου προφήτη, μάγος με αρκετή δύναμη, λένε, δεν αφήνει πολλά περιθώρια για ελπίδες.
“Δεν πρόκειται να φύγετε ποτέ από εδώ. Ο κόσμος αυτός είναι φτιαγμένος, ώστε σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή κάθε δέκα χρόνια, να ‘απαγάγει’ ταξιδιώτες παρεμβαίνοντας με κάποιο τρόπο στις πύλες από τις οποίες έτυχε να περνούν, και φέρνοντάς τους εδώ…. όχι δεν κάνατε λάθος πύλη, ούτε κάποιος σας την είχε στήσει. Ήσασταν απλώς άτυχοι. Έτυχε να περνάτε μια πύλη ακριβώς τη στιγμή που ο κόσμος ενεργοποιούσε τη σπείρα. Ποιός το κάνει αυτό; Κανείς δεν ξέρει. Μάλλον κάποιος τον προγραμμάτισε να το κάνει πολλά χρόνια πριν κι ενώ ο ίδιος έχει χαθεί, το πρόγραμμα συνεχίζει να υπάρχει….”

Ο Νγιάλκιμι, παχουλός τώρα αλλά κάποτε γυμνασμένος, χωρίς τρίχα στο κεφάλι του αλλά με τον ήλιο στα μάτια – ένδειξη της αγγελικής καταγωγής του – προτιμά να μην πιάσει από τα μούτρα τους νεοφερμένους.
“Χρειάζεστε ξεκούραση. Θα σας δώσουμε μια καλύβα και αύριο το πρωί θα συζητήσουμε αναλυτικά…. Ναι έχουμε προσπαθήσει να φύγουμε, αλλά ακόμη δεν έχουμε βρει έναν τρόπο. Είμαι σίγουρος πως υπάρχει πάντως… Μια ομάδα είχε φύγει έξι χρόνια πριν. Μόνο ένας επέστρεψε, αλλά τρελός. Υπάρχει μια πύλη στη μέση του πουθενά. Όλοι μας την έχουμε δει, αλλά μόνο αυτοί κατάφεραν να την ανοίξουν. Κανείς δεν ξέρει πως. Όχι δεν ξέρω που καταλήγει. Αν υπάρχει κάτι εδώ, τότε είναι πίσω από τα βουνά. Εκεί δεν έχουμε καταφέρει να πάμε ποτέ. Είναι απροσπέλαστα. Α ναι, σχετικά με την περίεργη ασθένεια… ναι είναι ασθένεια. Δεν ξέρουμε πως και γιατί. Όλη η φύση μεταλλάσσεται μ’ αυτόν τον τρόπο, τα πάντα έχουν μια μεταλλική χροιά.”

Κι έτσι όλοι καταλήγουν στην καλύβα, οι επτά ταξιδιώτες και η γάτα, για να ξεκουραστούν και να ξεκινήσουν την αναζήτηση το επόμενο πρωί. Όλοι φαίνονται να κοιμούνται από νωρίς, μόλις σουρουπώσει. Εκείνοι όμως δυσκολεύονται. Κάποιοι κάνουν μια βόλτα στο χωριό και μιλούν με τους δυο φύλακες. Γιατί χρειάζονται φύλακες;
“Έχουμε αντιμετωπίσει μία επιδρομή από παράξενα πλάσματα που φτύνουν φωτιές! Και κάποιοι έχουν απαχθεί.”
Ο Φλάρπ, το πανυψηλο, μυώδες Τρόλλ από την Ύσγκαρντ με το γούνινο καπελάκι, χτυπά το στήθος του περήφανα.
“Αλλά όσο φυλάω εγώ σκοπιά, είμαι σίγουρος πως τίποτε δεν θα συμβεί! Αν μπορούσα να κοιμηθώ όσο φυλάω σκοπιά, θα κοιμόμουν ήσυχος!”

Η νύχτα όμως πέφτει όλο και περισσότερο, με έναν ουρανό που δεν έχει ήλιο, φεγγάρι ή αστέρια, παρά μόνο μια αχλή που φωτίζει και σκουραίνει περιοδικά. Για κάποιους που την ξέρουν, θυμίζει πολύ τον ουρανό της Σίγκιλ. Έτσι όλοι πέφτουν για ύπνο σε λίγο…

…. και ξυπνούν πιασμένοι, αλλά σχετικά ξεκούραστοι, έτοιμοι να αναζητήσουν έναν τρόπο να ξεφύγουν από τον κόσμο-απαγωγέα, είτε όλοι μαζί, είτε χωρισμένοι σε ομάδες.

“Τα πλάσματα; Ναι, έχω κρατήσει μερικά τμήματά τους από την επιδρομή.”
Ο σκυθρωπός Ιμπίξιαν σιδηρουργός αφήνει ένα σεντόνι με ανθρωποειδή μέλη μπροστά τους, καθώς ο νεαρός Μπαριόρ μαθητευόμενός του συγκέντρωνε τα ξύλα στη φωτιά, από τα οποία θα αποσπούσαν το σίδερο.
Πόδια και χέρια από σίδερο και χαλκό, εξετάζονται και επιστρέφουν στο σωρό. Πολλά από αυτά έχουν επάνω συγκολλημένους ιστούς, λες και τα πλάσματα ήταν μισά ζωντανά και μισά μηχανές. Ποιος θα μπορούσε να ξέρει κάτι άλλο;

“Εεεμ… ναι… μετά από κάποια…εμμ… τομή, διαπίστωσα πως διαθέτουν εγκέφαλο… εμμ… αλλά χωρίς τον εμπρόσθιο λοβό…”
Ο θεραπευτής του χωριού, ένας πτερανόδοντας με τικ στα δάχτυλα και γλωσσική δυσχέρεια τους μιλά για τα συμπεράσματά του.
“Η δική μου, εεεμ… εκτίμηση είναι ότι… εεμ…. τα πλάσματα αυτά είναι μια σύνθεση ενός ζωντανού όντος … εμμ… με μηχανή….”

“Ναι, η αλήθεια είναι πως μου λείπουν οι δικοί μου. Ζούσα στη μοναδική περιοχή του κόσμου μου που ήταν υγιής και δεν είχε καταστραφεί από τον πόλεμο μεταξύ των τιτάνων και των θεών. Ανήκω στη φυλή των Λιλιαντέλι. Θα μείνεις για φαγητό;”
Η Λελύριε, το ξανθό, λυγερόκορμο ξωτικό γνέφει στο νεαρό μάγο να καθίσει.
“Πράγματι κάποιοι προσπάθησαν να φύγουν. Ήταν μια ομάδα από αρκετά άτομα, εννέα για την ακρίβεια. Ναι, όντως είχαν μάγους ανάμεσά τους. Τρεις βασικά, και μία γυναίκα που χειριζόταν τη δύναμη του νου. Ποτέ δεν επέστρεψαν. Εκτός από τον έναν. Είναι κλειδωμένος μέσα σε μια καλύβα. Φυσικά και μπορείτε να τον δείτε. Τον φυλά ο Μαρούν.”

Και ήρθε η ώρα να δουν τον περιβόητο τρελό.
Χωμένος στη γωνιά της καλύβας μουρμουρίζει ακατάληπτα στον εαυτό του, ένας σαυράνθρωπος ντυμένος με κουρέλια
“νεκροί νεκροί νεκροί… τους το πα εγώ…”
Μπορεί να απαντήσει σε ερωτήσεις; Τις ακούει ή είναι απλά οι παρουσία πολλών ατόμων που τον διεγείρει να μιλήσει περισσότερο;
“Και τους το πα, μην μπείτε εκεί μέσα! Αλλά όχι, εκείνοι μπήκαν και τώρα.. νεκρόι, νεκροί όλοι…. Μα με δαίμονες άντρα μου; Όχι συμφωνίες με δαίμονες!”
Η σύγχυση του σίγουρα μπορεί να είναι επικίνδυνη. Πέτρες αρχίζουν να αιωρούνται.
“Όχι με δαίμονες!”
Ένα μαχαίρι από τον εξοπλισμό των ταξιδευτών πετάγεται στον αέρα. Πετά με δύναμη στο δωμάτιο και κοκαλώνει μπροστά από τα μάτια του ταξιδευτή από τον Αριάνους…. Είναι ώρα να αδειάζει η καλύβα.

Μερικές φορές κι ένα περίεργο βλέμμα μόνο αρκεί, ακόμη κι αν προέρχεται από ένα οκτάχρονο κορίτσι.
“Όχι, εγώ εδώ γεννήθηκα. Η μαμά μου πέθανε εδώ.”
Ένα αθώο πρόσωπο που ή απλότητά του διασχίζει τα πέπλα των κόσμων.
“Μόνο ένα θρόισμα του χάους μπορεί να γλιστρήσει μέσα από την τανάλια που σφίγγει το μίζερο έκτρωμα του νόμου… Το θρόισμα; Ε είναι όπως όταν φυσάει ο αέρας μάλλον! Ναι αμέ, ξέρω τι υπάρχει στα βουνά! Υπάρχει ένα τεράστιο, τρικέφαλο, πέτρινο κτήνος. Κάποτε ήταν καλό, τώρα όμως είναι άρρωστο και πληγωμένο. Έπεσε για ύπνο για πολλά χρόνια, τώρα όμως το πέτρινο κτήνος έχει μια νέα ψυχή. Έχετε φέρει μαζί σας μια γάτα. Μπορώ να την έχω; Θα την προσέχω πολύ και θα την αγαπώ, σας το υπόσχομαι!”

Η τελευταία επίσκεψη επιβαλλόταν να είναι στον πιο λιγομίλητο των προυχόντων…. τον Γκίθζεραϊ που και πάλι δεν είχε πολλά να πει.
“Ως πλάσμα του Λίμπο, *γνωρίζω* πως να αντιλαμβάνομαι τα ρεύματα και τις ισορροπίες του χάους και του νόμου. Ο κόσμος αυτός έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια. Μια σπίθα του χάους έχει ξυπνήσει στην καρδιά του….”

Ήταν αρκετά τα στοιχεία που περισυνέλεξαν;
Ίσως όχι. Αλλά για πόσο μπορείς να μείνεις σε ένα χωριό με την προοπτική να αποκτήσεις τριχοφυΐα από χαλκό και σκουριασμένους δερματικούς πόρους;;
Το επόμενο πρωί θα έφευγαν από αυτό το μέρος.
Προορισμός, η πύλη στη μέση του πουθενά, που μόνο η προηγούμενη ομάδα είχε καταφέρει να ανοίξει…..

Dec
15

Το σκηνικό:

Πόσο επικίνδυνο είναι να διασχίζεις ένα κατώφλι; Σχεδόν καθόλου. Αυτό είχαν κατά νου όσοι περνούσαν τυχαία από κάποια πόρτα, κάποια αψίδα, κάποια σπηλιά, αλλά η άλλη της πλευρά ήταν διαφορετική από ότι έμοιαζε αρχικά.

Ένας στενός διάδρομος εμφανίζεται. Οι τοίχοι είναι από μαύρο μέταλλο, περίπου έξι μέτρα ψηλοί, αλλά δεν υπάρχει ταβάνι. Από πάνω φαίνεται ένας ουδέτερος, λευκόγκριζος ουρανός. Σκιές δεν υπάρχουν. Με ένα βλέμμα πίσω βλέπεις την αψίδα από την οποία βγήκες. Περίεργο όμως, η πόρτα είναι κλειστή με μια πλάκα μετάλλου. Δεν υπάρχει διέξοδος, παρά μόνο ο διάδρομος που στρίβει δεξιά κι αριστερά, σαν να διαγράφει το τόξο ενός μεγάλου κύκλου.

Από το βάθος, ακούγονται φωνές. Αντηχούν στους σιδερένιους τοίχους ξανά και ξανά και είναι σχεδόν αδύνατο να καταλάβεις από πού έρχονται. Οι φωνές μιλούν σε διαφορετικές γλώσσες, αλλά κατά περίεργο τρόπο το νόημα φτάνει κατευθείαν στο μυαλό.

«Είμαι ταξιδιώτης και φαίνεται πως χάθηκα..»

Συμπάσχων; Που να είναι άραγε;

Ξαφνικά οι τοίχοι τρέμουν και το έδαφος δονείται. Ένας διαπεραστικός ήχος ηλεκτρικών εκκενώσεων σχίζει τον αέρα. Το σίδερο αστράφτει γαλαζωπό. και μετά από λίγο όλα σταματούν.

Τι ήταν αυτό;

Οι φωνές από το βάθος σιωπούν και περιμένουν, αλλά μετά από λίγο ξεθαρεύουν και πάλι.

“Τι ήταν αυτό;”
Κάποιος άλλος απαντά

“μακάρι να’ξερα… δε μ’αρέσει καθόλου αυτό το μέρος…”

Και μετά κάποιος άλλος…

“Ποιός είναι εκεί; Μ’ακούει κανείς;”

Από απόσταση, ακούγεται ένα βούκινο.

Ήρθε ίσως η ώρα να φωνάξεις κι εσύ……..

spire.jpg

Η μάχη:

Αλήθεια είναι ένα θαύμα το πως καταφέρνεις και συνεννοείσαι με τους άλλους! Ο καθένας μιλά τη δική του γλώσσα, η κάθε μία από έναν διαφορετικό κόσμο, κι όμως είναι όλα ξεκάθαρα!


Που μπορούμε να πάμε τώρα; Μετά από λίγη περιπλάνηση είναι προφανές πως βρισκόμαστε όλοι μέσα σε μία μεταλλική σπείρα. Εύκολο…. Ιδιαίτερα όταν παρατηρήσει κανείς πως οι σφραγισμένες πόρτες που βρίσκονται στους τοίχους συνεχώς μικραίνουν προς τη μία κατεύθυνση. Ακολουθούμε την άλλη, δύο Ροκουγκάνι, ένας Σιγκιλιώτης μάγος, ένας πολεμιστής των δασών από την Κέρση, δίπλα στο Υψηλό Δάσος – που όπως λέει βρίσκεται σε κάποιον ξεχασμένο υλικό κόσμο – ένας επιδέξιος τυχοδιώκτης από έναν κόσμο γεμάτο νησιά χωρίς νερό, που τον αποκάλεσε Αριάνους κι ένας πανύψηλος- σαν μισογίγαντας – και σκηθρωπός πολεμίστης από μια ήπειρο που αποκάλεσε Τερμάνα.

Κι ένας νάνος ξηλουργός, που για κακή του τύχη δεν γνώριζε πως το ντουλάπι που επισκεύαζε ήταν μια πύλη.

Α ναι…. και μία πυρρόξανθη, δασύτριχη γάτα. Ποιός ξέρει πως πέρασε αυτή από την πύλη! Αυτό από μόνο του αποδεικνύει πως οι κόσμοι είναι γεμάτοι καπρίτσια και οι πύλες απρόβλεπτες. Άραγε θα είναι……

Ένα εκκωφαντικό γρύλισμα σκίζει τον αέρα, νύχια γδέρνουν τους σιδερένιους τοίχους. Οι ταξιδιώτες παγώνουν, ετοιμάζουν όπλα – όσοι έχουν – και προχωρούν προσεκτικά…

Εκεί, μετά τη στροφή (και προφανώς μετά τη στροφή, αφού η σπείρα είναι όλη στροφές!) ένα κακάσχημο τέρας βρίζει την τύχη του στη γλώσσα του και χτυπάει φρενιασμένο τους τοίχους. Είναι μαβί στο χρώμα, με λεπτά και μακριά άκρα, ένα ράμφος πουλιού αλλά καχεκτικά φτερά που σίγουρα δεν θα μπορούσαν να σηκώσουν το βάρος του και σουβλερά νύχια. Και δεν αργεί να γυρίσει το βλέμμα προς το συνωστισμένο διάδρομο….

Ήδη αφρίζοντας από την οργή, ο δαίμονας ξεχύνεται προς τη χαμένη ομάδα. Ο μισογίγαντας ορμά με μια τεράστια αλυσίδα, όλη καρφιά κι ο ένας Ροκουγκάνι, ο σαμουράι και νεαρότερος της παρέας, με την προγονική κατάνα. Δίπλα στριμώχνεται ο ταξιδευτής από τον Αριάνους, με λεπτό ξίφος μα επιδέξιες κινήσεις. Ο διάδρομος όμως έχει φρακάρει κι όσοι στέκουν πίσω είναι δύσκολο να χρησιμοποιήσουν βαλίστρες και τόξα, με τρείς συμπολεμιστές τους μπροστά. Κάποιοι το ρισκάρουν. Το ίδιο και ο μάγος. Με μερικές λέξεις που δονούνται ανάμεσα στους σιδερένιους τοίχους και τα χέρια απλωμένα, επικαλείται την καταγωγή του, το αγγελικό αίμα κάποιου προγόνου του… κι ενώ το κτήνος σκίζει τον ώμο και τα πλευρά του μισογίγαντα κι αυτός σωριάζεται στο χώμα γεμάτος αίματα, ο μάγος λούζεται στο φως. Ένα μέρος από το φως του το εκτοξεύει προς το τέρας, χτυπώντας το στο στήθος. Εκείνο ουλιάζει καθώς καίγεται από τη φωτιά των αγγέλων. Ο πολεμιστής των δασών σπεύδει να πάρει τη θέση του πεσμένου μισογίγαντα, βγάζοντας τα δυο σπαθιά του. Μα το κτήνος είναι ήδη εξοργισμένο. Έχει αποφασίσει να ανοίξει το δρόμο, μέχρι να φτάσει αυτό το βδέλυγμα που εκτόξευσε τη φωτιά των μεγαλύτερων εχθρών του! Ανάμεσα σε χτυπήματα που τρυπούν τη σάρκα του, ορμά στον Σαμουράι, που καταλήγει στο χώμα. Τα τρεμάμενα χέρια του μάγου εκτοξεύουν και την υπόλοιπη λάμψη, αλλά του λείπει πλέον η αποφασιστηκότητα… Μαζί με το νάνο (και τη γάτα) τρέχει στα ενδότερα της σπείρας. Για πού; Η άλλη άκρη είναι αδιέξοδη… Αλλά στα αφτιά του υπάρχουν μόνο οι ήχοι της μάχης, η κλαγγή των λεπίδων, γρυλίσματα και γογγητά.

Μπορεί να μη λείπει η αποφασιστηκότητα ή η επιδεξιότητα, αλλά μερικές φορές είσαι απλά άτυχος στη μάχη. Άλλες φορές όμως η μοίρα σε ευνοεί. Δυο βέλη σφυρίζουν από την αντίθετη κατεύθυνση. Τέσσερεις φιγούρες, δυο με μεγάλα τόξα και δύο που τρέχουν προς το μέρος τους με κυρτά σπαθιά κρατούν τη μεριά της εξόδου. Κανείς δεν βλέπει τα πρόσωπα. Το θέμα προς το παρόν είναι ότι το τέρας είναι κυκλωμένο. Με συγχρονισμένες κινήσεις, σύντομα πέφτει και οι πρώτες βοήθειες καταφθάνουν για όσους είναι πληγωμένοι.

Οι κουκούλες πέφτουν και αποκαλύπτουν τα ανθρωπόμορφα πλάσματα: κιτρινωπό δέρμα, αποφασιστικά αλλά ήρεμα μάτια, γωνιώδη χαρακτηριστικά. Είναι Γκίθζεραϊ. Έχουν όμως κάτι περίεργο, πέρα από την εξωτική καταγωγή τους. Το δέρμα τους έχει μια αχνή μεταλλική λάμψη. Ο γηραιότερος πλησιάζει για να επιβεβαιώσει πως είναι όλα εντάξει, έπειτα βγάζει ένα λευκό βούκινο και φυσά. Ώστε αυτό ήταν που ακούστηκε και πριν…

Οι ερωτήσεις είναι αμέτρητες, αλλά όχι της ώρας. Τα πάντα θα εξηγηθούν στο χωριό, όπως τους λένε οι τέσσερεις Γκιθ. Εκεί θα μπορέσουν όλοι να ξεκουραστούν. Είνα μόνο είκοσι λεπτά μακριά και το μονοπάτι περνά μέσα από πλούσιο δάσος. Δεν είναι όμως τα δάση που έχουν ξαναδεί. Οι κορμοί των δέντρων γυαλίζουν χαλκόχρωμοι και οι φλέβες των φύλλων έχουν φλέβες στο χρώμα του σίδερου, τα λουλούδια είναι σκληρότερα και στον αέρα πλανάται μια μεταλλική μυρωδιά…

Που είναι αυτό το μέρος;

Όλα όμως θα εξηγηθούν στο χωριό, που σύντομα ξεπροβάλλει μέσα στο μεγάλο ξέφωτο. Είναι τριγυρισμένο από έναν ξύλινο φράχτη και η πόρτα είναι ανοιχτή. Είναι πολύ μικρό, δεν θα μπορούσε να στεγάζει περισσότερα από πενήντα άτομα. Και καθώς οι νεοφερμένοι πλησιάζουν διακρίνουν την κίνηση….

ένα μικρό πλήθος είναι συγκεντρωμένο και τους περιμένει……

Dec
09

(Θόρυβος από σώμα που πέφτει, βρισιές στην Κοινή Γλώσσα των Κόσμων – με μερικά γλωσσολογικά διανθίσματα του καλύτερου νανίσιου υβρεολογίου. Μια κοντή φιγούρα, με πλούσια μαυρογκρίζα γενειάδα, ρούχα εργασίας και ένα μικρό πριονάκι στο χέρι εμφανίζεται μέσα στο μισοσκόταδο)

“Μα τα γένεια μου, αυτή είναι η τελευταία φορά που φτιάχνω ντουλάπα γι’αυτόν τον τσιφούτη. Τι στον δαίμονα, θα νόμιζε κανείς ότι θα του πέσουν τα χέρια αν αποφασίσει μια φορά να με πληρώσει χωρίς ιστορίες. Αλλά να μου σκάσει μια πόρτα πάνω στη ντουλάπα…ε όχι, αυτό παραπάει ακόμα και για αυτόν τον κανάγια! Άντε τώρα να μάθω που βρέθηκα πάλι”

(Ο νάνος ρίχνει ματιές γύρω του, προσπαθώντας να καταλάβει που βρίσκεται. Όταν διακρίνει τις μορφές σας μέσα στο σκοτάδι δεν ακούγεται και πολύ ευχαριστημένος)

“Ω θεοί των προγόνων μου! Πράσινοι είστε και του λόγου σας, ε; Θα έλεγε κανείς ότι κάθε φορά που περνάω μια πόρτα πέφτω στα λιβάδια των Beastlands! Το οποίο μου θυμίζει ότι πρέπει να μάθω και τι κάνει εκείνος ο τριτοξάδερφός μου που τα παράτησε όλα για να πάει να κάνει τον κυνηγό αλεπούδων..,”

“Τι έγινε, γιατί με κοιτάτε σα να σας μιλάει κανάς Γρίφος; Σας φαίνονται πολλά όλα αυτά; Δεν είναι τίποτε, είναι η πρασινάδα που έχει βουλώσει τα αυτιά σας. Ευτυχώς που έχετε και εμένα να σας βοηθήσει. Πραγματικά, πρέπει να κάνετε καμιά προσφορά σε όποια θεά της τύχης πιστεύετε – αλήθεια, ένας κυβερνητικός μου είχε πει κάποτε ότι δεν υπάρχει κανένας άντρας θεός της τύχης. τυχαίο; Αλλά τι έλεγα; Α ναι, που λέτε παλικάρια μου, καλύτερος οδηγός δε θα μπορούσε να σας τύχει! Που να σας πω τι έκανα όταν ήμουν νεότερος με κάτι άλλους πράσινους σαν εσάς!”

“Ε φτάνει πια! Μη με κοιτάτε σα να μιλάω σε ρέγγες! Πάμε έξω, να δούμε που βρεθήκαμε πάλι και θα σας τα πω σιγά σιγά”

-Godan “Ξέρω τα πάντα γύρω από το ξύλο” Strangathonok, νάνος ξυλουργός και απρόθυμος οδηγός πλήθους νεοεισερχόμενων στον θαυμαστό κόσμο των…Κόσμων