Planar Geographic
Όσα θέλατε να μάθετε για το Planescape και ο Factol σας δεν ήθελε να ξέρετε!

Επεισόδιο πρώτο: επτά ταξιδιώτες, ένα βρόκ και μία γάτα

Το σκηνικό:

Πόσο επικίνδυνο είναι να διασχίζεις ένα κατώφλι; Σχεδόν καθόλου. Αυτό είχαν κατά νου όσοι περνούσαν τυχαία από κάποια πόρτα, κάποια αψίδα, κάποια σπηλιά, αλλά η άλλη της πλευρά ήταν διαφορετική από ότι έμοιαζε αρχικά.

Ένας στενός διάδρομος εμφανίζεται. Οι τοίχοι είναι από μαύρο μέταλλο, περίπου έξι μέτρα ψηλοί, αλλά δεν υπάρχει ταβάνι. Από πάνω φαίνεται ένας ουδέτερος, λευκόγκριζος ουρανός. Σκιές δεν υπάρχουν. Με ένα βλέμμα πίσω βλέπεις την αψίδα από την οποία βγήκες. Περίεργο όμως, η πόρτα είναι κλειστή με μια πλάκα μετάλλου. Δεν υπάρχει διέξοδος, παρά μόνο ο διάδρομος που στρίβει δεξιά κι αριστερά, σαν να διαγράφει το τόξο ενός μεγάλου κύκλου.

Από το βάθος, ακούγονται φωνές. Αντηχούν στους σιδερένιους τοίχους ξανά και ξανά και είναι σχεδόν αδύνατο να καταλάβεις από πού έρχονται. Οι φωνές μιλούν σε διαφορετικές γλώσσες, αλλά κατά περίεργο τρόπο το νόημα φτάνει κατευθείαν στο μυαλό.

«Είμαι ταξιδιώτης και φαίνεται πως χάθηκα..»

Συμπάσχων; Που να είναι άραγε;

Ξαφνικά οι τοίχοι τρέμουν και το έδαφος δονείται. Ένας διαπεραστικός ήχος ηλεκτρικών εκκενώσεων σχίζει τον αέρα. Το σίδερο αστράφτει γαλαζωπό. και μετά από λίγο όλα σταματούν.

Τι ήταν αυτό;

Οι φωνές από το βάθος σιωπούν και περιμένουν, αλλά μετά από λίγο ξεθαρεύουν και πάλι.

“Τι ήταν αυτό;”
Κάποιος άλλος απαντά

“μακάρι να’ξερα… δε μ’αρέσει καθόλου αυτό το μέρος…”

Και μετά κάποιος άλλος…

“Ποιός είναι εκεί; Μ’ακούει κανείς;”

Από απόσταση, ακούγεται ένα βούκινο.

Ήρθε ίσως η ώρα να φωνάξεις κι εσύ……..

spire.jpg

Η μάχη:

Αλήθεια είναι ένα θαύμα το πως καταφέρνεις και συνεννοείσαι με τους άλλους! Ο καθένας μιλά τη δική του γλώσσα, η κάθε μία από έναν διαφορετικό κόσμο, κι όμως είναι όλα ξεκάθαρα!


Που μπορούμε να πάμε τώρα; Μετά από λίγη περιπλάνηση είναι προφανές πως βρισκόμαστε όλοι μέσα σε μία μεταλλική σπείρα. Εύκολο…. Ιδιαίτερα όταν παρατηρήσει κανείς πως οι σφραγισμένες πόρτες που βρίσκονται στους τοίχους συνεχώς μικραίνουν προς τη μία κατεύθυνση. Ακολουθούμε την άλλη, δύο Ροκουγκάνι, ένας Σιγκιλιώτης μάγος, ένας πολεμιστής των δασών από την Κέρση, δίπλα στο Υψηλό Δάσος – που όπως λέει βρίσκεται σε κάποιον ξεχασμένο υλικό κόσμο – ένας επιδέξιος τυχοδιώκτης από έναν κόσμο γεμάτο νησιά χωρίς νερό, που τον αποκάλεσε Αριάνους κι ένας πανύψηλος- σαν μισογίγαντας – και σκηθρωπός πολεμίστης από μια ήπειρο που αποκάλεσε Τερμάνα.

Κι ένας νάνος ξηλουργός, που για κακή του τύχη δεν γνώριζε πως το ντουλάπι που επισκεύαζε ήταν μια πύλη.

Α ναι…. και μία πυρρόξανθη, δασύτριχη γάτα. Ποιός ξέρει πως πέρασε αυτή από την πύλη! Αυτό από μόνο του αποδεικνύει πως οι κόσμοι είναι γεμάτοι καπρίτσια και οι πύλες απρόβλεπτες. Άραγε θα είναι……

Ένα εκκωφαντικό γρύλισμα σκίζει τον αέρα, νύχια γδέρνουν τους σιδερένιους τοίχους. Οι ταξιδιώτες παγώνουν, ετοιμάζουν όπλα – όσοι έχουν – και προχωρούν προσεκτικά…

Εκεί, μετά τη στροφή (και προφανώς μετά τη στροφή, αφού η σπείρα είναι όλη στροφές!) ένα κακάσχημο τέρας βρίζει την τύχη του στη γλώσσα του και χτυπάει φρενιασμένο τους τοίχους. Είναι μαβί στο χρώμα, με λεπτά και μακριά άκρα, ένα ράμφος πουλιού αλλά καχεκτικά φτερά που σίγουρα δεν θα μπορούσαν να σηκώσουν το βάρος του και σουβλερά νύχια. Και δεν αργεί να γυρίσει το βλέμμα προς το συνωστισμένο διάδρομο….

Ήδη αφρίζοντας από την οργή, ο δαίμονας ξεχύνεται προς τη χαμένη ομάδα. Ο μισογίγαντας ορμά με μια τεράστια αλυσίδα, όλη καρφιά κι ο ένας Ροκουγκάνι, ο σαμουράι και νεαρότερος της παρέας, με την προγονική κατάνα. Δίπλα στριμώχνεται ο ταξιδευτής από τον Αριάνους, με λεπτό ξίφος μα επιδέξιες κινήσεις. Ο διάδρομος όμως έχει φρακάρει κι όσοι στέκουν πίσω είναι δύσκολο να χρησιμοποιήσουν βαλίστρες και τόξα, με τρείς συμπολεμιστές τους μπροστά. Κάποιοι το ρισκάρουν. Το ίδιο και ο μάγος. Με μερικές λέξεις που δονούνται ανάμεσα στους σιδερένιους τοίχους και τα χέρια απλωμένα, επικαλείται την καταγωγή του, το αγγελικό αίμα κάποιου προγόνου του… κι ενώ το κτήνος σκίζει τον ώμο και τα πλευρά του μισογίγαντα κι αυτός σωριάζεται στο χώμα γεμάτος αίματα, ο μάγος λούζεται στο φως. Ένα μέρος από το φως του το εκτοξεύει προς το τέρας, χτυπώντας το στο στήθος. Εκείνο ουλιάζει καθώς καίγεται από τη φωτιά των αγγέλων. Ο πολεμιστής των δασών σπεύδει να πάρει τη θέση του πεσμένου μισογίγαντα, βγάζοντας τα δυο σπαθιά του. Μα το κτήνος είναι ήδη εξοργισμένο. Έχει αποφασίσει να ανοίξει το δρόμο, μέχρι να φτάσει αυτό το βδέλυγμα που εκτόξευσε τη φωτιά των μεγαλύτερων εχθρών του! Ανάμεσα σε χτυπήματα που τρυπούν τη σάρκα του, ορμά στον Σαμουράι, που καταλήγει στο χώμα. Τα τρεμάμενα χέρια του μάγου εκτοξεύουν και την υπόλοιπη λάμψη, αλλά του λείπει πλέον η αποφασιστηκότητα… Μαζί με το νάνο (και τη γάτα) τρέχει στα ενδότερα της σπείρας. Για πού; Η άλλη άκρη είναι αδιέξοδη… Αλλά στα αφτιά του υπάρχουν μόνο οι ήχοι της μάχης, η κλαγγή των λεπίδων, γρυλίσματα και γογγητά.

Μπορεί να μη λείπει η αποφασιστηκότητα ή η επιδεξιότητα, αλλά μερικές φορές είσαι απλά άτυχος στη μάχη. Άλλες φορές όμως η μοίρα σε ευνοεί. Δυο βέλη σφυρίζουν από την αντίθετη κατεύθυνση. Τέσσερεις φιγούρες, δυο με μεγάλα τόξα και δύο που τρέχουν προς το μέρος τους με κυρτά σπαθιά κρατούν τη μεριά της εξόδου. Κανείς δεν βλέπει τα πρόσωπα. Το θέμα προς το παρόν είναι ότι το τέρας είναι κυκλωμένο. Με συγχρονισμένες κινήσεις, σύντομα πέφτει και οι πρώτες βοήθειες καταφθάνουν για όσους είναι πληγωμένοι.

Οι κουκούλες πέφτουν και αποκαλύπτουν τα ανθρωπόμορφα πλάσματα: κιτρινωπό δέρμα, αποφασιστικά αλλά ήρεμα μάτια, γωνιώδη χαρακτηριστικά. Είναι Γκίθζεραϊ. Έχουν όμως κάτι περίεργο, πέρα από την εξωτική καταγωγή τους. Το δέρμα τους έχει μια αχνή μεταλλική λάμψη. Ο γηραιότερος πλησιάζει για να επιβεβαιώσει πως είναι όλα εντάξει, έπειτα βγάζει ένα λευκό βούκινο και φυσά. Ώστε αυτό ήταν που ακούστηκε και πριν…

Οι ερωτήσεις είναι αμέτρητες, αλλά όχι της ώρας. Τα πάντα θα εξηγηθούν στο χωριό, όπως τους λένε οι τέσσερεις Γκιθ. Εκεί θα μπορέσουν όλοι να ξεκουραστούν. Είνα μόνο είκοσι λεπτά μακριά και το μονοπάτι περνά μέσα από πλούσιο δάσος. Δεν είναι όμως τα δάση που έχουν ξαναδεί. Οι κορμοί των δέντρων γυαλίζουν χαλκόχρωμοι και οι φλέβες των φύλλων έχουν φλέβες στο χρώμα του σίδερου, τα λουλούδια είναι σκληρότερα και στον αέρα πλανάται μια μεταλλική μυρωδιά…

Που είναι αυτό το μέρος;

Όλα όμως θα εξηγηθούν στο χωριό, που σύντομα ξεπροβάλλει μέσα στο μεγάλο ξέφωτο. Είναι τριγυρισμένο από έναν ξύλινο φράχτη και η πόρτα είναι ανοιχτή. Είναι πολύ μικρό, δεν θα μπορούσε να στεγάζει περισσότερα από πενήντα άτομα. Και καθώς οι νεοφερμένοι πλησιάζουν διακρίνουν την κίνηση….

ένα μικρό πλήθος είναι συγκεντρωμένο και τους περιμένει……

Advertisements

One Response to “Επεισόδιο πρώτο: επτά ταξιδιώτες, ένα βρόκ και μία γάτα”

  1. Ρωτάω φωναχτά εάν βρίσκεται κανείς εδώ. Για αρχή καμιά απάντηση, μα σε λίγο αποκρίνεται μια βαριά φωνή, που αποδεικνύεται ότι ανήκει σε ένα γιγαντόσωμο ταξιδιώτη, περισσότερο χαμένο από εμάς.

    Σύντομα βρίσκουμε και το Σιρανάϊ, ενώ ουρανοκατέβατος έρχεται ένα ταξιδιώτης από τον παράξενο κόσμο Αριάνους, για να τον ακολουθήσει πιο ομαλά αλλά όχι λιγότερο ενοχλημένος ένας μάγος από τη Sigil που κουβαλά ένα πακέτο.

    Όλοι μοιάζουν χαμένοι, οπότε, ακολουθώντας τα λόγια του Σινσέι, ” Στους σκοτεινούς καιρούς πρέπει να βρείς συμμάχους στις σκιές” αποφασίζουμε να σχηματίσουμε μια ομάδα, μήπως και αφήσουμε το μέρος αυτό σώοι.

    Ένας άνθρωπος σημαδεμένος από τις κακουχίες της ερημιάς προστίθεται στην ταπεινή μας παρέα και ύστερα από κάποια ώρα, προς έκπληξη όλων, ένας νάνος που συνοδεύεται από μια γάτα.

    Σύντομα όμως συναντάμε ένα από τα αποτρόπαια κτήνη των Εξώτερων Χαμηλών Πεδίων, που συναγωνίζεται σε μοχθηρία τα Όνι των Γαιών της Σκιάς.

    Χωρίς δισταγμό απαντούμε στην επίθεση του βέβηλου κτήνους, πολεμώντας για ζωή και για θάνατο με ό,τι μέσα διαθέτουμε. Δυστυχώς ο Μισογίγαντας βρίσκεται κάτω και σύντομα τον ακολουθεί και ο Σιρανάϊ .

    Παρά τα δύο πλήγματα που καταφέρνω στο κτήνος, η μανία μέσα του είναι αστήρευτη και αποδεικνύεται ασυναγώνιστη για εμένα. Τώρα βλέπω μόνο σκοτάδι…

    Απότι φαίνεται σήμερα δεν ήταν η μέρα μου να παρουσιαστώ μπροστά στον Έμμα-Ο, αλλά θα συνεχίσω το κατα δύναμιν το μακρύ και δύσκολο ταξίδι των Χένσιν. Δύο παράξενα όντα που αποκαλούν τον εαυτό τους “Γκιθζεράι” καταβάλλουν το Δαίμονα με όψη όρνιου και στη συνέχεια μας θεραπεύουν πριν οδηγηθούμε στο χωριό.

    Ο Σιρανάϊ μοιάζει υποχρεωμένος, όπως κι εγώ. Ξένοι, ερχόμαστε εν ειρήνει.


Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: