Planar Geographic
Όσα θέλατε να μάθετε για το Planescape και ο Factol σας δεν ήθελε να ξέρετε!

Επεισόδιο Δεύτερο: το χωριό

Το χωριό έχει μόνο μια μικρή πλατεία και κανένα όνομα. Δεν υπάρχει ταβέρνα, προφανώς. Ο μοναδικός χώρος αναψυχής είναι ένα στρογγυλό περίπτερο στην άκρη της πλατείας. Κάθε συγκέντρωση των κατοίκων γίνεται εδώ. Έτσι ήταν και τώρα. Πλάσματα από διάφορους κόσμους, με δύο ή τέσσερα πόδια, με κέρατα ή χωρίς, με οπλές ή δάχτυλα. Όλοι κοιτάζουν τους νεοφερμένους με περιέργεια. Όλοι όμως έχουν κάτι περίεργο επάνω τους. Δέρμα που γυαλίζει σαν μεταλλικό, σκουριά κολλημένη στο δέρμα τους, μαλλιά με μολυβένιους ιριδισμούς.


Οι προύχοντες διαλύουν το μικρό πλήθος και συγκεντρώνουν τους νεοφερμένους σε μια μεγάλη καλύβα, μια καλύβα από τις πολλές, που είναι φτιαγμένες πρόχειρα από ξύλο και άχυρο. Τους προσφέρουν νερό που αφήνει μια μεταλλική γεύση στον ουρανίσκο. Ο Γκιθ που παρευρέθη στην περισυλλογή τους στη σιδερένια σπείρα παραμένει σιωπηλός. Αφήνει τους άλλους τρεις προύχοντες να μιλήσουν γι αυτόν.

“Δεν τους βλέπεις; Είναι εντελώς ανίδεοι….” σχολιάζει η Νε’Μπελλούν για κάποιους από τους νεοφερμένους που δεν είχαν ποτέ βγει από τον κόσμο τους.
“Αν είχατε κάποια ιδέα θα είχατε υποψιαστεί ότι βρίσκεστε στον Μέκανους. Γι αυτό και μπορείτε να καταλάβετε κάθε γλώσσα. Αυτό είναι χαρακτηριστικό του Μέκανους. Αλλά όχι, δεν είναι ακριβώς ο Μέκανους πλέον. Είναι ένα γρανάζι που πριν από πολλά χρόνια ξεκόλησε από εκεί και τώρα ένα είναι ενας μικρός και αυτόνομος κόσμος…. Τι εννοείς ‘τι είναι ο Μέκανους’; Ανίδεοι!!”
Η Bariaur είναι πολύ μεγάλη σε ηλικία και η αρχαιότερη του χωριού. Αν και ασπρομάλλα, έχει ζωσμένο ένα σπαθί στη μέση της, που θα πρέπει να έχει πολλά χρόνια να τραβήξει. Το μάτι της δεν φαίνεται να λειτουργεί. Η προφανής αιτία: σκουριά. Είναι τυφλό, ακίνητο και σκουριασμένο. Πώς γίνεται αυτό;

“Θέλετε πρώτα τα κακά νέα ή τα πολύ κακά” ο Μαρούν, το Τίφλινγκ με την εμφάνιση ενός τρελού, γέρου προφήτη, μάγος με αρκετή δύναμη, λένε, δεν αφήνει πολλά περιθώρια για ελπίδες.
“Δεν πρόκειται να φύγετε ποτέ από εδώ. Ο κόσμος αυτός είναι φτιαγμένος, ώστε σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή κάθε δέκα χρόνια, να ‘απαγάγει’ ταξιδιώτες παρεμβαίνοντας με κάποιο τρόπο στις πύλες από τις οποίες έτυχε να περνούν, και φέρνοντάς τους εδώ…. όχι δεν κάνατε λάθος πύλη, ούτε κάποιος σας την είχε στήσει. Ήσασταν απλώς άτυχοι. Έτυχε να περνάτε μια πύλη ακριβώς τη στιγμή που ο κόσμος ενεργοποιούσε τη σπείρα. Ποιός το κάνει αυτό; Κανείς δεν ξέρει. Μάλλον κάποιος τον προγραμμάτισε να το κάνει πολλά χρόνια πριν κι ενώ ο ίδιος έχει χαθεί, το πρόγραμμα συνεχίζει να υπάρχει….”

Ο Νγιάλκιμι, παχουλός τώρα αλλά κάποτε γυμνασμένος, χωρίς τρίχα στο κεφάλι του αλλά με τον ήλιο στα μάτια – ένδειξη της αγγελικής καταγωγής του – προτιμά να μην πιάσει από τα μούτρα τους νεοφερμένους.
“Χρειάζεστε ξεκούραση. Θα σας δώσουμε μια καλύβα και αύριο το πρωί θα συζητήσουμε αναλυτικά…. Ναι έχουμε προσπαθήσει να φύγουμε, αλλά ακόμη δεν έχουμε βρει έναν τρόπο. Είμαι σίγουρος πως υπάρχει πάντως… Μια ομάδα είχε φύγει έξι χρόνια πριν. Μόνο ένας επέστρεψε, αλλά τρελός. Υπάρχει μια πύλη στη μέση του πουθενά. Όλοι μας την έχουμε δει, αλλά μόνο αυτοί κατάφεραν να την ανοίξουν. Κανείς δεν ξέρει πως. Όχι δεν ξέρω που καταλήγει. Αν υπάρχει κάτι εδώ, τότε είναι πίσω από τα βουνά. Εκεί δεν έχουμε καταφέρει να πάμε ποτέ. Είναι απροσπέλαστα. Α ναι, σχετικά με την περίεργη ασθένεια… ναι είναι ασθένεια. Δεν ξέρουμε πως και γιατί. Όλη η φύση μεταλλάσσεται μ’ αυτόν τον τρόπο, τα πάντα έχουν μια μεταλλική χροιά.”

Κι έτσι όλοι καταλήγουν στην καλύβα, οι επτά ταξιδιώτες και η γάτα, για να ξεκουραστούν και να ξεκινήσουν την αναζήτηση το επόμενο πρωί. Όλοι φαίνονται να κοιμούνται από νωρίς, μόλις σουρουπώσει. Εκείνοι όμως δυσκολεύονται. Κάποιοι κάνουν μια βόλτα στο χωριό και μιλούν με τους δυο φύλακες. Γιατί χρειάζονται φύλακες;
“Έχουμε αντιμετωπίσει μία επιδρομή από παράξενα πλάσματα που φτύνουν φωτιές! Και κάποιοι έχουν απαχθεί.”
Ο Φλάρπ, το πανυψηλο, μυώδες Τρόλλ από την Ύσγκαρντ με το γούνινο καπελάκι, χτυπά το στήθος του περήφανα.
“Αλλά όσο φυλάω εγώ σκοπιά, είμαι σίγουρος πως τίποτε δεν θα συμβεί! Αν μπορούσα να κοιμηθώ όσο φυλάω σκοπιά, θα κοιμόμουν ήσυχος!”

Η νύχτα όμως πέφτει όλο και περισσότερο, με έναν ουρανό που δεν έχει ήλιο, φεγγάρι ή αστέρια, παρά μόνο μια αχλή που φωτίζει και σκουραίνει περιοδικά. Για κάποιους που την ξέρουν, θυμίζει πολύ τον ουρανό της Σίγκιλ. Έτσι όλοι πέφτουν για ύπνο σε λίγο…

…. και ξυπνούν πιασμένοι, αλλά σχετικά ξεκούραστοι, έτοιμοι να αναζητήσουν έναν τρόπο να ξεφύγουν από τον κόσμο-απαγωγέα, είτε όλοι μαζί, είτε χωρισμένοι σε ομάδες.

“Τα πλάσματα; Ναι, έχω κρατήσει μερικά τμήματά τους από την επιδρομή.”
Ο σκυθρωπός Ιμπίξιαν σιδηρουργός αφήνει ένα σεντόνι με ανθρωποειδή μέλη μπροστά τους, καθώς ο νεαρός Μπαριόρ μαθητευόμενός του συγκέντρωνε τα ξύλα στη φωτιά, από τα οποία θα αποσπούσαν το σίδερο.
Πόδια και χέρια από σίδερο και χαλκό, εξετάζονται και επιστρέφουν στο σωρό. Πολλά από αυτά έχουν επάνω συγκολλημένους ιστούς, λες και τα πλάσματα ήταν μισά ζωντανά και μισά μηχανές. Ποιος θα μπορούσε να ξέρει κάτι άλλο;

“Εεεμ… ναι… μετά από κάποια…εμμ… τομή, διαπίστωσα πως διαθέτουν εγκέφαλο… εμμ… αλλά χωρίς τον εμπρόσθιο λοβό…”
Ο θεραπευτής του χωριού, ένας πτερανόδοντας με τικ στα δάχτυλα και γλωσσική δυσχέρεια τους μιλά για τα συμπεράσματά του.
“Η δική μου, εεεμ… εκτίμηση είναι ότι… εεμ…. τα πλάσματα αυτά είναι μια σύνθεση ενός ζωντανού όντος … εμμ… με μηχανή….”

“Ναι, η αλήθεια είναι πως μου λείπουν οι δικοί μου. Ζούσα στη μοναδική περιοχή του κόσμου μου που ήταν υγιής και δεν είχε καταστραφεί από τον πόλεμο μεταξύ των τιτάνων και των θεών. Ανήκω στη φυλή των Λιλιαντέλι. Θα μείνεις για φαγητό;”
Η Λελύριε, το ξανθό, λυγερόκορμο ξωτικό γνέφει στο νεαρό μάγο να καθίσει.
“Πράγματι κάποιοι προσπάθησαν να φύγουν. Ήταν μια ομάδα από αρκετά άτομα, εννέα για την ακρίβεια. Ναι, όντως είχαν μάγους ανάμεσά τους. Τρεις βασικά, και μία γυναίκα που χειριζόταν τη δύναμη του νου. Ποτέ δεν επέστρεψαν. Εκτός από τον έναν. Είναι κλειδωμένος μέσα σε μια καλύβα. Φυσικά και μπορείτε να τον δείτε. Τον φυλά ο Μαρούν.”

Και ήρθε η ώρα να δουν τον περιβόητο τρελό.
Χωμένος στη γωνιά της καλύβας μουρμουρίζει ακατάληπτα στον εαυτό του, ένας σαυράνθρωπος ντυμένος με κουρέλια
“νεκροί νεκροί νεκροί… τους το πα εγώ…”
Μπορεί να απαντήσει σε ερωτήσεις; Τις ακούει ή είναι απλά οι παρουσία πολλών ατόμων που τον διεγείρει να μιλήσει περισσότερο;
“Και τους το πα, μην μπείτε εκεί μέσα! Αλλά όχι, εκείνοι μπήκαν και τώρα.. νεκρόι, νεκροί όλοι…. Μα με δαίμονες άντρα μου; Όχι συμφωνίες με δαίμονες!”
Η σύγχυση του σίγουρα μπορεί να είναι επικίνδυνη. Πέτρες αρχίζουν να αιωρούνται.
“Όχι με δαίμονες!”
Ένα μαχαίρι από τον εξοπλισμό των ταξιδευτών πετάγεται στον αέρα. Πετά με δύναμη στο δωμάτιο και κοκαλώνει μπροστά από τα μάτια του ταξιδευτή από τον Αριάνους…. Είναι ώρα να αδειάζει η καλύβα.

Μερικές φορές κι ένα περίεργο βλέμμα μόνο αρκεί, ακόμη κι αν προέρχεται από ένα οκτάχρονο κορίτσι.
“Όχι, εγώ εδώ γεννήθηκα. Η μαμά μου πέθανε εδώ.”
Ένα αθώο πρόσωπο που ή απλότητά του διασχίζει τα πέπλα των κόσμων.
“Μόνο ένα θρόισμα του χάους μπορεί να γλιστρήσει μέσα από την τανάλια που σφίγγει το μίζερο έκτρωμα του νόμου… Το θρόισμα; Ε είναι όπως όταν φυσάει ο αέρας μάλλον! Ναι αμέ, ξέρω τι υπάρχει στα βουνά! Υπάρχει ένα τεράστιο, τρικέφαλο, πέτρινο κτήνος. Κάποτε ήταν καλό, τώρα όμως είναι άρρωστο και πληγωμένο. Έπεσε για ύπνο για πολλά χρόνια, τώρα όμως το πέτρινο κτήνος έχει μια νέα ψυχή. Έχετε φέρει μαζί σας μια γάτα. Μπορώ να την έχω; Θα την προσέχω πολύ και θα την αγαπώ, σας το υπόσχομαι!”

Η τελευταία επίσκεψη επιβαλλόταν να είναι στον πιο λιγομίλητο των προυχόντων…. τον Γκίθζεραϊ που και πάλι δεν είχε πολλά να πει.
“Ως πλάσμα του Λίμπο, *γνωρίζω* πως να αντιλαμβάνομαι τα ρεύματα και τις ισορροπίες του χάους και του νόμου. Ο κόσμος αυτός έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια. Μια σπίθα του χάους έχει ξυπνήσει στην καρδιά του….”

Ήταν αρκετά τα στοιχεία που περισυνέλεξαν;
Ίσως όχι. Αλλά για πόσο μπορείς να μείνεις σε ένα χωριό με την προοπτική να αποκτήσεις τριχοφυΐα από χαλκό και σκουριασμένους δερματικούς πόρους;;
Το επόμενο πρωί θα έφευγαν από αυτό το μέρος.
Προορισμός, η πύλη στη μέση του πουθενά, που μόνο η προηγούμενη ομάδα είχε καταφέρει να ανοίξει…..

Advertisements

4 Responses to “Επεισόδιο Δεύτερο: το χωριό”

  1. Προσπαθώ να κατανοήσω, αλλά δεν υπάρχουν απαντήσεις σε αυτό το μέρος. Μόνο ερωτήματα και κομμάτια από ζωές οι οποίες δεν σημαίνουν τίποτα για μένα. Πρέπει να φύγουμε σύντομα από εδώ.

    Κάπου υπάρχει διέξοδος, διότι πάντα υπάρχει διέξοδος. Ίσως αυτή παίρνει μόνο μια μορφή• το πρόσωπο του θανάτου. Δεν παύει να είναι μια διέξοδος. Πέρα από μια γυναίκα που στέκει παγωμένη, δεν έχουμε συναντήσει παγιδευμένες ψυχές σε κανένα σημείο αυτού του τόπου και αυτό με διαβεβαιώνει πως κανένας άλλος νεκρός δεν θα χάσει το δρόμο του, πως αν χρειαστεί δεν θα χάσω τον δρόμο μου. Ο Δρόμος μου είναι ο θάνατος.

    Το χωριό είναι ένα δυστυχισμένο μέρος. Η τύχη του είναι σκληρή και δίχως έλεος. Το κάρμα των κατοίκων είναι γεμάτο απελπισία. Δεν υπάρχει καμία προοπτική για αυτόν που ζει σε μια αιώνια φυλακή από μέταλλο. Όμως, πέρα από κάθε τι που μπορεί να βασανίζει τις ψυχές των κατοίκων, τίποτα δεν φαίνεται να είναι χειρότερο από την αδυναμία στην οποία έχουν ενδώσει. Το χωριό αυτό δεν έχει όνομα. Οι κάτοικοι το μίσησαν τόσο, το καταράστηκαν με τόσo πάθος που δεν του έδωσαν όνομα, πέρα από «Φυλακή». Μόνο ένα κορίτσι βρήκε τη δύναμη μέσα της να δώσει ονόματα στον κόσμο γύρω της, πέρα από «Φυλακή».

    Η αδυναμία είναι η χειρότερη φυλακή. Τα πάντα είναι απλά και υπάρχουν γύρω μας, κι όμως χρειάζονται μάτια καθαρά και διαυγές μυαλό για να τα αντιληφθεί κανείς. Η αδυναμία τυφλώνει και οι κάτοικοι αυτού του τόπου είναι τυφλοί.

    Οι περισσότεροι από τους ξένους φέρονται περίεργα. Εκείνος που αποκαλούν «μάγο», που φέρεται σαν αδάμαστο θηρίο, με απογοητεύει ξανά και ξανά. Μου θυμίζει τον εαυτό μου πριν από λίγα χρόνια όμως είναι ήδη μεγαλύτερος από μένα. Μάλλον νιώθει ήδη την απελπισία και αυτή τον κάνει να ξεσπάει παράλογα. Εκείνος που κοιτάει από ψηλά, ο γίγαντας, φαίνεται να αποζητάει ήδη τον θάνατο. Εάν το κάνει γιατί υπηρετεί κάποιον άξιο σκοπό ή άρχοντα, δεν το διακρίνω από τις πράξεις ή τα λόγια του, όμως δεν θα χάσω την ευκαιρία να εκμεταλλευτώ την κτηνώδη δύναμη του αν χρειαστεί για το καλό όλων. Ο άνδρας του δάσους, ένας από τους λίγους άνδρες με αρετή που έχω συναντήσει από τη στιγμή που βγήκαμε από την πύλη, φαίνεται αποφασισμένος, συνετός και αντίθετα με αυτά που μαρτυράει η ταλαιπωρημένη του εμφάνιση, τίμιος. Σε αυτό το μέρος τον εμπιστεύομαι ήδη διότι πολεμάει με όλη του τη ψυχή. Ο τελευταίος άνδρας, χωρίς έλεγχο και βιαστικός, φαίνεται να κατέχει εξυπνάδα, ικανότητα και ταχύτητα, ίσως και μια χονδροειδής αίσθηση τιμής. Γι’ αυτό θα τον εμπιστευτώ επίσης. Ο «νάνος» δεν γνωρίζει το πνεύμα του υπηρέτη ή του πολεμιστή αλλά ούτε τον φόβο. Αυτό αρκεί.

    Αντιλαμβάνομαι τον κίνδυνο. Ξέρω πως αν μείνω εδώ, θα πάρω την ίδια μου τη ζωή διότι αν δεν το κάνω θα αρχίσω να βλέπω μόνο τη «Φυλακή» και τίποτα άλλο. Αν φανούμε ανάξιοι ή αν δεν υπάρχει άλλη έξοδος, θα ήταν συνετό να οδηγηθώ προς το θάνατο. Όμως κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό. Ο θάνατος αυτή τη φορά με αρνείται, γιατί υπάρχουν πολλά που πρέπει να γίνουν. Αν αφήσω τη ψυχή μου ελεύθερη εδώ, θα έχω διαπράξει προδοσία, ίσως όχι προς τους Θεούς, αλλά προς τους ανθρώπους και τους προγόνους μου. Το χρέος μου είναι σημαντικό.

    Αρχίζω να βλέπω ήδη τη «Φυλακή» με την άκρη του ματιού μου. Χλευάζει το Κενό επειδή το μιμείται στην κενότητα του. Η «Φυλακή» για μένα είναι άδειες αίθουσες, άδεια, αδύναμα πλάσματα που έχουν δειλιάσει προ πολλού και επεκτείνουν τη «Φυλακή» τους, χτίζοντας με την αδυναμία τους για υλικό. Η «Φυλακή» για μένα βρίσκεται γιατί κανείς δεν χρειάζεται ούτε θα δεχτεί βοήθεια σε αυτό το μέρος, όσο πιστεύει στη «Φυλακή» του. Η «Φυλακή» μου ήδη απλώνεται διότι δεν υπάρχει τίποτα που μπορώ να κάνω για κανέναν και έτσι ο Δρόμος είναι κλειστός.

    Γι’ αυτό το λόγο θα κλείσω τα μάτια μου οικιοθελώς. Δεν θα φέρω μπροστά μου το πρόσωπο της ομορφιάς, ούτε τα τραγούδια της χαράς, μέχρι να φύγουμε από δω. Ας με οδηγήσουν τα πνεύματα των προγόνων μου στο σφυρί που θα συντρίψει αυτό το μέρος. Ίσως έτσι διασώσω την όραση μου. Ίσως έτσι μπορέσουν οι κάτοικοι να ελευθερωθούν μια για πάντα από τη δική τους «Φυλακή».

    – Σιραναϊ

  2. Χμφ. Αυτο μου ελειπε. Αποκλεισμενος σε μια αλλη διασταση, πανω σε ενα νησι που πεταει στο τιποτα, με τεραστιους λαβυρινθους-παγιδες, μεταλλικη βλαστηση και ενα ματσο απιθανους τυπους σε ενα, κατ’ευφημισμον, χωριο. Κι όλα αυτα γιατι δεχτηκα να παραδωσω ενα πακετο. Μονο και πιασω στα χερια μου τη τυπισσα που μου ανεθεσε τη δουλεια.

    Όσο για τους “συντροφους” μου… απο που να αρχισω; Πιο ανομοιογενή, αταίριαστη ομάδα δεν έχω δει στη ζωή μου. Κανονικά θα ένιωθα ασφαλής μόνο αν ήμουν σε αποσταση εκατό μιλίιων απο καθεναν απο αυτους τους τύπους, και να ομως που έχουμε κολλήσει μαζι.
    Ο σαμουράι; Χα. Νομίζει οτι ένα μεγάλο σπαθί, ένα όνομα που δε μπορείς να προφέρεις και ενα κακόγουστο χτένισμα του δίνουν το δικαιωμα να ειναι υπεράνω όλων μας. Τιμή, δόξα και καθήκον! Ας γελασω! Ο τυπος αυτος θα ζουσε το πολυ πεντε λεπτα στη Sigil. Καλο το καθηκον και η τιμη, αλλα δε σε σωζουν απο ενα fireball, κι εχω δει πολλους τετοιους ηρωες να τελειωνουν το καθηκον τους ως ταπετσαρια στο κοντινοτερο τοιχο. Ο τυπος θα μας βαλει σε μπελαδες. Θα πρέπει να τον παρακολουθώ.
    Ο μοναχός; Κύλησε ο τετζερης και βρηκε το καπακι με τον aasimar. Τουλαχιστον ετούτος είναι ήσυχος, και φαίνεται ακακος. Κάτι επίσης καλό είναι οτι δεν αμολάει τιποτα πνευματικές αμπελοφιλοσοφίες- πολλοί μοναχοί το εχουν συνήθειο, και μπορει να σε χτυπήσει ασχημα στα νεύρα μετά απο λιγο.
    Ο Τζορεκ, ο τυχοδιωκτης: Χμ, αυτός δε φαίνεται και τόσο κακός. Ήσυχος τύπος, μιλάει μόνο αν έχει να πει κάτι. Παρόλα αυτα, ώρες ώρες με ανησυχεί το πως σε κοιτάει, σα να μη ξέρει που να σε πρωτομαχαιρώσει. Δε φαίνεται τόσο επικίνδυνος οσο ο Σιρανάι, αλλα καλυτερα να μη του πολυγυρνάω τη πλάτη.
    Ο ranger φαίνεται εντάξει τυπος. Κι αυτος λιγομίλητος, παρ’όλα αυτά για κάποιο λόγο τον εμπιστεύομαι. Κρατάει τις σκέψεις του για τον εαυτό του, και βοηθάει πραγματικά οταν τον χρειαζόμαστε. Φίνα, ακριβως οτι χρειάζεται αυτη η “ομάδα”.
    O πιο συμπαθητικός απ’όλους μου φαίνεται ο πανύψηλος τύπος με τη πανοπλια. Ενω με τη πρωτη ματιά φαίνεται απλα ως ενα βουνό κρέας, αμα του μιλήσεις καταλαβαίνεις οτι στη πραγματικότητα ειναι ντόμπρος και φιλικός. Νομίζω οτι θα τα πάω πολύ καλά με αυτόν.

    Και νά μαστε. Ο ξιπασμένος σαμουράι, ο μυστηριώδης τυχοδιωκτης η οτι άλλο είναι, ο σοφός μοναχός, ο λιγομίλητος ranger, ο πανύψηλος fighter και ο αιώνια γκαντέμης μάγος.Λες και εχουμε βγει απο καποια φτηνιάρικη αφήγηση κάποιου ατάλαντου βάρδου. Αν κάποιος θεος ακούει, οποιαδήποτε βοήθεια αυτή τη στιγμή θα ηταν καλοδεχούμενη.

  3. Δυο μέρες. Δυο μέρες βρίσκομαι σε αυτό το καταραμένο κλουβί. Και σα να μην έφτανε αυτό έχω και όλους γύρω μου να μου λένε για πολλούς κόσμους και για ταξίδια σε αυτούς και για πόρτες και για δεν ξέρω τι… Σίγουρα, το μέρος αυτό δεν από καμία άποψη κοντά στο Djern Orkasta ή τον Aristagon. Μα την πίστη μου, έχει ξύλο. Πολύ ξύλο! Δεν πρέπει να υπάρχουν τόσα πολλά δέντρα μαζεμένα σε ολόκληρο τον Αριάνους. Και αν οι πληροφορίες που έχουμε συλλέξει δεν είναι παραμύθια, έχει και πολύ νερό. Νερό που κυλάει ελεύθερο, τόσο πολύ ώστε να μην του δίνουν καμιά αξία.

    Τώρα βέβαια που το σκέφτομαι είναι μάλλον τρελοί. Δεν είναι δυνατόν να βρίσκονται πόσα χρόνια, 20-30-50 (!), σε αυτό το κλουβί και να μην προσπαθούν να γλιτώσουν. Να βγούν από τη μιζέρια τους και να ξαναγίνουν κύριοι του εαυτού τους. Ευτυχώς που δεν είμαι σαν αυτούς. Μόνο ο Φλαρπ, αυτό το (πώς το είπαν…α ναι) το Τρολ δείχνει μια κάποια λογική, αλλά κι αυτόν δεν τον αφήνουν να φύγει μην τυχόν και τους φάνε οι μεταλάνθρωποι. Εγώ πάντως δεν γλύτωσα από τα δεσμά μου για να ξαναδεθώ με άλλα, αόρατα. Άσε που, αν δε με δουλεύουν ομαδικώς και έχω απλά πεθάνει από την πτώση, υπάρχει τρόπος να ξαναγυρίσω πίσω στον Αριάνους.

    Πρώτα όμως να φύγουμε από δω. Αρχίζοντας από το χωριό των παραιτημένων. Ευτυχώς που αύριο το πρωί θα γίνει κι αυτό. Θα την κάνουμε και θα αφήσουμε αυτόν τον νταή το μισοξωτικό στη μιζέρια του (μισοξωτικό. Ναι σιγά. Και μια σταγόνα αίμα ξωτικού να έχεις μέσα σου γίνεσαι σαν αυτά). Μαζί με το άλλο το μαύρο ξωτικό (φτού! και πολύ της είναι που ζει, ακόμα και φυλακισμένη) και τους άλλους τους δειλούς. Που επειδή ο ένας από τους δέκα που πήγαν γύρισε τρελός και λέει ότι οι άλλοι είναι νεκροί, δεν ασχολούνται ξανά. Μα, το παραλήρημα του τρελού είναι κι αυτό ένας τρόπος για να αποφύγουν τα λάθη που έγιναν. Και είμαι σίγουρος ότι αν του μιλήσει κάποιος με το σωστό τρόπο, θα είναι κι αυτός πιο κατανοητός. Ναι, πρέπει να του μιλήσω. Μόνος μου. Άλλωστε δεν μπόρεσε να με βλάψει σήμερα με το μαχαίρι. Καλύτερα όμως να περιμένω πρώτα να κοιμηθούν οι υπόλοιποι.

    Οι υπόλοιποι…Ο καθένας για την πάρτη του. Δε θα μας βγει σε καλό αν συνεχίσουμε έτσι. Ήδη ο πιτσιρικάς με τα άσπρα μαλλιά, ο Σιρανάι, και αυτός ο είρωνας ο μάγος, ο Πίριους, έχουν πιάσει τις λαβές των μαχαιριών. Λίγο ακόμα και θα τις τραβήξουν. Δεν πρέπει, καλώς ή κακώς μαζί πολεμάνε (και πολεμάνε καλά, ο καθένας όπως ξέρει). Πάλι καλά που υπάρχει και ο Κέιν με τον άλλο το σχιστομάτη και μπορούν με την παρουσία τους να κατευνάσουν λίγο τα πνεύματα.

    Ψυχραιμία όμως. Από αύριο θα καλυτερεύσει σίγουρα η κατάσταση. Θα φύγουμε από δω, θα ανοίξουμε αυτή την πύλη (όπως στο καλό κι αν γίνεται αυτό) και θα φύγουμε από αυτή τη Φυλακή. Και όποιος θέλει, ας ακολουθήσει. Για την ώρα, ξεκούραση. Πρέπει να πάω να μιλήσω και στον τρελό.

    Α! Να βρω και τη γάτα. Αν η θεωρία του Σιρανάι και του νάνου ισχύει, τότε θα χρειαστώ και κάποιο δικό της κομάτι. Από το άλλο το τέρας που πολεμήσαμε χτες ευτυχώς πρόλαβα και πήρα, την ώρα που οι άλλοι τρέχανε αριστερά και δεξιά μήπως βρουν κάποιον πιο λεοντόκαρδο.

    Καλό σας ύπνο ξένοι.

  4. Το μέρος αυτό μοιάζει ήρεμο. Αλλά μόνον κατ’ επίφαση. Στην πραγματικότητα οι κάτοικοι του έχουν πέσει στη θάλασσα της λησμονιάς εδώ και πολύ καιρό. Σαν τα ναυάγια που μαζεύουν επάνω τους πεταλίδες έτσι και τα δικά τους κορμιά μαζεύουν μέταλλο. Δυστυχώς, οι ψυχές τους είναι ακόμα πιο βαριές. Αλλά δεν μπορείς εύκολα να τους κατηγορήσεις.

    Οι πληροφορίες του λιγότερο απαισιόδοξου από αυτούς, του Νυάλκιμι, με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το μέρος πάσχει από κάποιου είδους αρρώστια, αποκομμένο από το σώμα στο οποίο ανήκε. Άραγε πίσω από αυτό κρύβεται κάποιος ιθύνων νούς; Με βάση τα παραληρήματα του Ζίμτσικ, ενός κατηλειμμένου από την Κυρά Φεγγάρι σαυρανθρώπου, κάτι τέτοιο συμβαίνει.

    Τρελός μάγος όπως κάποιοι Κούνι Σουγκέντζα; Ένα Όνι-Δαίμονας; Ή κάτι τελείως πρωτόγνωρο. Ίσως πάλι να πρόκειται για μια μηχανή, που παράγει άλλες και χρειάζεται γι αυτό ανθρώπινες πρώτες ύλες;

    Είναι βέβαιο ότι οι απόκοσμοι Γκιθζεράι διαπίστωσαν κάποια αλλαγή που αύξησε το Χάος στον τόπο αυτό και ότι το κοριτσάκι στο οποίο έδωσα τη γάτα κάτι γνωρίζει.

    Τελειώνοντας αυτές τις σκέψεις για την κατάρα του μέρους τούτου αφήνω την ομήγυρη των εξασκούμενων Γκιθζεράι μαζί με τον Σιρανάϊ και ετοιμάζομαι να καταγράψω όσα μάθαμε, ώστε να φανούν χρήσιμα σε όσους αφήσουμε πίσω, είτε με το θάνατο είτε με την έξοδό μας από το μέρος αυτό.


Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: