Planar Geographic
Όσα θέλατε να μάθετε για το Planescape και ο Factol σας δεν ήθελε να ξέρετε!

Επεισόδιο Τρίτο: Η Πύλη

…. κι έτσι μαζεύτηκε σχεδόν όλο το ανώνυμο χωριό στην πλατεία, για να αποχαιρετίσει ή να χλευάσει τους νεοφερμένους που πίστεψαν πως μπορούν να ξεφύγουν από αυτή τη φυλακή και να δώσει ότι είχε διαθέσιμο – βέλη, καταπραϋντικά, μαγικούς παπύρους…

Στο βάθος υψώνονται τα τεράστια βουνά, η ανεξερεύνητη περιοχή. Η πορεία τους τους οδηγεί μέσα από πυκνό δάσος μόνο για μισή μέρα, ύστερα σε λιβάδια με ψηλά κιτρινισμένα χόρτα. Βρίσκοντας το δρόμο τους με βάση τις οδηγίες που είχαν από το χωριό, κι αντιμετωπίζοντας τα άγρια ζώα της σαβάννας – με κάποιες απώλειες άλλα όχι αρκετές για να τους σταματήσουν – φτάνουν στο μικρό (και μοναδικό) ποτάμι και περνούν την πρώτη νύχτα. Ακολουθώντας το ποτάμι για μία ημέρα, καταλήγουν στους βάλτους, αποφεύγοντας τις πιο επικίνδυνες περιοχές του τέλματος με τη βοήθεια της καθοδήγησης του Κέην και διανυκτερεύοντας ακόμη μια φορά.

Μισής μέρας δρόμος ακόμη και οι ταξιδιώτες βρίσκονται σε έναν απέραντο, χαλκόχρωμο ξερότοπο. Τα μόνα φυτά που πραγματικά οργιάζουν εδώ είναι χοντρές κλιματσίδες με τεράστια αγκάθια που δυσκολεύουν την πορεία και μετά από λίγη ώρα ξεπροβάλλει η περιβόητη πύλη, στη μέση του πουθενά.
Είναι μια αψίδα φτιαγμένη από πολλές κλιματσίδες μαζί που έχουν τυλιχτεί μεταξύ τους και γύρω από ένα αόρατο θύρωμα. Οι ταξιδιώτες συγκεντρώνονται γύρω από το σχηματισμό, τον εξετάζουν και δοκιμάζουν τις ιδέες τους. Τίποτα και κανένα αντικείμενο από αυτά που διαθέτουν δεν μοιάζει να λειτουργεί. Εκτός από ένα πράγμα….

Ο Τζόρεκ ακουμπά τη μύτη του μαχαιριού του στην αψίδα κι ένα γαλάζιο δαχτυλίδι ηλεκτρισμού αγκαλιάζει τη λεπίδα του και σβήνει καθώς το πετά κάτω αιφνιδιασμένος. Παράξενοι αέρηδες φαίνεται να σηκώνονται και να πέφτουν με διαφορετικές εντάσεις από το πουθενά. Κάποιες φορές είναι μάλιστα τόσο δυνατοί, που κάποιοι παρασέρνονται μέσα στις αγκαθωτές κλιματσίδες. Κι όταν δεν φαίνεται πλέον να υπάρχει κάτι άλλο, και κανείς άλλος δεν καταφέρνει να παράγει κάποιο αποτέλεσμα, ο Τζόρεκ κρατά το μαχαίρι του πάνω στην αψίδα, κι όλοι περιμένουν να δουν τι θα συμβεί.

Τα γαλάζια δαχτυλίδια ηλεκτρισμού απλώνονται στο χέρι του Τζόρεκ, μετά σε όλο του το σώμα. Τα ίδια δαχτυλίδια ξεπηδούν από το έδαφος και από τις δύο μεριές της αψίδας και συναντώνται ρυθμικά στην κορυφή, αρχικά αργά, αλλά όλο και πιο γρήγορα. Μέχρι που όλη η αψίδα λάμπει με ένα γαλάζιο φωσφορισμό και η άλλη μεριά καθρευτίζεται μέσα από την πύλη… κάτι που μοιάζει με ένα ξερό δάσος.

Ένας ένας οι ταξιδιώτες περνούν μέσα από την πύλη. Τί ήταν όμως αυτό που τους το επέτρεψε; Ήταν το μαχαίρι του άντρα από τον Αριάνους; Μήπως ο ίδιος ο άντρας; Μήπως κάποιος συνδυασμός αυτών; Ή κάποια συγκυρία που απλώς δεν πέρασε ακόμη από το μυαλό κανενός;
Το σίγουρο είναι ένα. Πως από την άλλη μεριά, η πύλη δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται με τον ίδιο τρόπο. Ο μόνος δρόμος είναι πλέον μπροστά……….

Advertisements

One Response to “Επεισόδιο Τρίτο: Η Πύλη”

  1. Είμαστε δυο μέρες στο δρόμο και ακόμα δεν μπορώ να το ξεχάσω αυτό το θέαμα. Από τη στιγμή που το είδα να γυαλίζει στο βάθος, ανεβασμένος πάνω σε αυτό το δέντρο, δε σκεφτόμουν τίποτα άλλο. Ας κάνανε ό,τι θέλανε οι υπόλοιποι. Ας έμενε ο Έκιον να θάψει όσα από αυτά τα ζώα ήθελε. Ας καθόταν ο σιωπηλός σχιστομάτης να εξασκηθεί μέχρι να του πέσουν τα μάτια. Ας γκρίνιαζε μέχρι να του κλείσει ο λαιμός ο Πίριους. Είχα αποφασίσει ότι δε θα έχανα χρόνο. Δεν υπήρχε περίπτωση να μην κατασκηνώναμε δίπλα σε αυτό το βράδυ. Και ακόμα δεν μπορώ να ξεχάσω αυτή την αίσθηση που είχα όταν τα πόδια μου ήταν μέσα σε αυτό μέχρι και πάνω από τους αστραγάλους! Ένιωσα πιο πλούσιος από όλο τον Κόσμο. Να το βλέπω να προχωράει και να έρχεται συνέχεια κι άλλο. Ατελείωτες ποσότητες, που δεν υπάρχουν στον Αριάνους. Ούτε στις αποθήκες του Παλατιού δε θα χώραγε τόσο νερό. Ακόμα και ο Αυτοκράτορας των Ξωτικών στον Αρίσταγκον, που έχει κλέψει τόσους τόνους νερό, θα φαινόταν ένα φτωχαδάκι μπροστά σε αυτόν τον πλούτο.

    Κάπως έτσι θα πρέπει να είναι και ο Παράδεισος, αν τελικά υπάρχει. Και, από ό,τι ακούω εδώ πέρα, μάλλον υπάρχει. Και μπορείς να πας και μια επίσκεψη, να πεις ένα γεια βρε αδερφέ. Χωρίς να πεθάνεις. Εκτός κι αν έχω πεθάνει. Ακόμα δεν έχω σιγουρευτεί.

    Τώρα όμως αυτό το πράγμα με το νερό που τρέχει συνέχεια (πώς το είπανε….ποντάμι) είναι πίσω μας. Και δυσπρόσιτο, μην πω απρόσιτο. Αυτή η παράξενη αψίδα (ένα από τα πόρταλ που μου λέγανε)…χάλασε(;). Βιάστηκα να το ανοίξω. Όχι πως το κανα κι επίτηδες βέβαια. Αλλά οι άλλοι καθόντουσαν και το κοιτούσαν, σαν χαμένοι. Φαίνεται πως έχω το κλειδί. Θέλω να πιστεύω πως είναι αυτό το πετράδι που έχω στην τσέπη μου. Αλλά η κοιλιά μου ακόμα αισθάνεται περίεργα. Δεν μπορεί να είναι αυτό…Αν είναι, κάποιος θα την έχει πολύ άσχημα όταν γυρίσω πίσω. Και να είναι σίγουρος ότι θα τον βρω. Θα κουβαλήσω μαζί μου ένα ποντάμι και θα αγοράσω όλα τα ξωτικά. Και θα τα βάλω να ψάχνουν.

    Και θα τον βρουν….Αυτός δε θα τη γλυτώσει σαν τον μισοξωτικό πίσω στο χωριό. Ας κάτσει εδώ μέχρι να ψοφήσει. Τη γλύτωσε το βράδυ που έκανε περιπολίες. Αν κοιμόταν, το ρεζιλίκι θα έμενε μαζί του μέχρι να φύγει από το νησί αυτό. Για πάντα δηλαδή. Και ο τρελός πάλι ασυναρτησίες έλεγε, αν και μου φάνηκε πως κάποια που είπε δεν τα είχα ξανακούσει. Ίσως….μπααα, δεν ξέρω.

    Ύπνο. Αύριο έχουμε πάλι περπάτημα δίπλα στα κωλοβουνά και θέλω να προχωρήσουμε όσο περισσότερο μπορούμε. Θα υπάρχει είσοδος…


Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: